Λογοτεχνικός-φωτογραφικός διαγωνισμός για το Ν. Καζαντζάκη 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ "Ν. Καζαντζάκης"



Καλώς ήρθατε στο δικτυακό τόπο του Λογοτεχνικού και Φωτογραφικου διαγωνισμού Ν. Καζαντζάκης
Με την ευγενική στήριξη









Υπο την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού


Όλα τα έργα του διαγωνισμού έχουν αναρτηθεί ανα κατηγορία.

Ο διοργανωτής του διαγωνισμού τα διαθέτει για ανάγνωση σε όσους ενδιαφέρονται αλλά τα πνευματικά δικαιώματα χρήσης/αναπαραγωγής τους ανήκουν στους ίδιους τους διαγωνιζόμενους-δημιουργούς


Διοργάνωση:


Ο διαγωνισμός ολοκληρώθηκε με επιτυχία!!
Σας ευχαριστούμε για τη στήριξη και τη συμμετοχή σας
Το πλήθος των συμμετοχών ήταν έκπληξη ακόμα και για εμάς, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου για πολιτιστικά και πνευματικά πρότυπα όπως εκείνα του μεγάλου Νίκου Καζαντζάκη..

Η συμμετοχή στο διαγωνισμό προϋποθέτει την αποδοχή των παρακάτω όρων:


Γενικοί όροι διαγωνισμού


1. Ο "Λογοτεχνικός-φωτογραφικός διαγωνισμός για το Ν. Καζαντζάκη" διοργανώνεται σε μία καθαρά εθελοντική βάση απο τον Πολυχώρο Πολιτισμού "Polyhoros Hania" με έδρα τα Χανιά, στην οδό Τζανακάκη 21, 1ος όροφος. Ο διαγωνισμός είναι διαδικτυακός και θα πραγματοποιείται απο τη διεύθυνση: http://www.diagonismos-kazantzakis.gr
2. Απευθύνεται σε φωτογράφους-συγγραφείς-ποιητές που θέλουν να εκφραστούν πάνω στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη.
3. Η συμμετοχή στο διαγωνισμό είναι δωρεάν και επιτρέπεται σε όλους τους ενήλικες(άνω των 18 χρόνων).
4. Τα στοιχεία που αφορούν το διαγωνισμό(κριτές, βραβεία, οργανισμοι-σύλλογοι που στηρίζουν) υπόκεινται σε οποιαδήποτε αλλαγή θεωρήσει ο διοργανωτής οτι είναι απαραίτητα.
4. Τα προσωπικά στοιχεία του κάθε διαγωνιζόμενου διατηρούνται απο το διοργανωτή μόνο για τις ανάγκες του διαγωνισμού και ο διοργανωτής δεσμεύεται οτι δεν θα τα παραχωρήσει σε τρίτους χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του διαγωνιζόμενου.
5. Κάθε διαγωνιζόμενος οφείλει να μελετήσει προσεκτικά τους όρους του διαγωνισμού και να ελέγξει τα διάφορα σημεία συμμετοχής(αν θέλει το έργο του να παρουσιαστεί στην έκθεση που θα οργανωθεί μετά το τέλος του διαγωνισμού, οτι αποδέχεται τους όρους του διαγωνισμού)
5α. Κάθε διαγωνιζόμενος μπορέι να συμμετέχει μία φορά ανα κατηγορία. Δηλαδή μπορεί να συμμετέχει 1 φορά στην κατηγορία "Πεζό κείμενο" και 1 φορά στην κατηγορία "Φωτογραφία" και 1 φορά στην κατηγορία "Ποίημα-μαντινάδα". Μπορεί να συμμετέχει και στις 3 κατηγορίες ή μόνο στις 2 ή μόνο στη 1. 6. Οποιαδήποτε στιγμή του διαγωνισμού(απο 15 Οκτωβρίου 2017 έως 30 Νοεμβρίου 2017), ο διαγωνιζόμενος έχει το δικαίωμα να αποσύρει το έργο του απο το διαγωνισμό μετά απο επικοινωνία με τους διοργανωτές.
7. Οι διοργανωτές αποποιούνται οποιασδηποτε ευθύνης αναζήτησης πνευματικών δικαιωμάτων. Κάθε συμμετέχων είναι υπεύθυνος για το υλικό που ανεβάζει να είναι αυθεντικό και να ειναι ο δημιουργός. Σε περίπτωση επιβεβαιωμένης καταπάτησης πνευματικών δικαιωμάτων, το υλικό θα αποσύρεται απο το διαγωνισμο.
8. Για οτιδήποτε νεότερο σχετικά με τον διαγωνισμό, οι ενδιαφερόμενοι και οι διαγωνιζόμενοι θα πρέπει να ενημερώνονται απο το δικτυακό τόπο. Οι διοργανωτές δεν έχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν προσωπικά για θέματα που αφορούν όλους.
9. Η απόφαση της κριτικής επιτροπής θα είναι σεβαστή, τελεσίδικη και δεν θα αμφισβητηθεί.
10. Σε περίπτωση λανθασμένης υποβολής έργου, μπορείτε μέσα σε 24 ώρες να επικοινωνήσετε με τους διοργανωτές ώστε να ακυρώσουν τη λανθασμένη υποβολή του έργου(για ενδεχόμενη υποβολή νέου).
11. Οποιαδήποτε υβριστική ή ρατσιστική αναφορά μέσα απο τα υποβαλλόμενα έργα θα οδηγεί αυτόματα στον αποκλεισμό του διαγωνιζόμενου
12. Τα βραβεια που θα διατεθούν υπόκεινται σε όρους για τους οποιους θα ενημερωθούν οι νικητές(για ισχύουσα περίοδο)
13. Τα έργα θα εκτεθούν στο site μετά το πέρας του διαγωνισμού μη ονομαστικά μέχρι τη βραδιά βράβευσης και ονομαστικά μετά τη βραδιά βράβευσης. Αν κάποιος δεν το επιθυμεί, ενημερώνει τους διοργανωτές για να μην αναφερθεί το όνομα του.
14. Η βραδιά απονομής των βραβείων θα οριστεί στο προσεχές μέλλον και θα αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του διαγωνισμού.
15. Κατα τη βραδιά βράβευσης, δεν απαιτείται η φυσική παρουσία των βραβευθέντων διαγωνιζομένων
16. Τα μέλη της επιτροπής αξιολόγησης των έργων δεν έχουν καμία σχέση ούτε συγγενική ούτε άλλου είδους με τους διοργανωτές του διαγωνισμού

Κατηγορία φωτογραφία


1. Η φωτογραφία θα πρέπει να είναι αυθεντική, χωρίς να έχει υποστεί επεξεργασία-εκτός περικοπής(crop).
2. Μπορεί να αναρτηθεί μόνο απο τον ίδιο το δημιουργό.
3. Δεν πρέπει να έχει δημοσιευτεί σε οποιοδήποτε άλλο μέσο.
4. Σε περίπτωση φωτογραφίας με ανθρώπους, θεωρείται απο τους διοργανωτές ότι κάθε πρόσωπο που απεικονίζεται στην φωτογραφία έχει δώσει την άδεια να φωτογραφηθεί και να λάβει μέρος σ’ αυτό το διαγωνισμό. Η ευθύνη αυτή βαρύνει μόνο τον κάθε διαγωνιζόμενο
5. Οι φωτογραφίες θα πρέπει να είναι έγχρωμες ή ασπρόμαυρες σε μορφή JPG όχι μικρότερη του 1 ΜΒ και όχι μεγαλύτερη των 4ΜΒ με τον όρο ότι εάν διακριθούν θα πρέπει να σταλούν σε ανάλυση κατάλληλη για εκτύπωση(θα υπάρξει ενημέρωση απο τους διοργανωτές).
6. Κάθε φωτογραφία θα πρέπει να συνοδεύεται απαραιτήτως με ένα μικρό κείμενο(μέχρι 30 λέξεις) που θα σχετίζεται με το έργο του Καζαντζάκη

Κατηγορία Ποίημα-Μαντινάδα


1. Η γλώσσα του ποιητικού κειμένου είναι τα ελληνικά.
2. Στην κατηγορία 'Ποίημα', ο διαγωνιζόμενος μπορεί να γράψει σε μία υποβολή(1 καταχώρηση στο site) ένα ποίημα μέχρι 5 στροφές των 4 στίχων η καθεμία.
3. Στην κατηγορία 'Μαντινάδα', ο διαγωνιζόμενος έχει το δικαίωμα να γράψει σε μία υποβολή(1 καταχώρηση στο site) μέχρι 3 μαντινάδες(2 στίχων η καθεμία)

Κατηγορία Κείμενο(δοκίμιο ή άλλο)


1. Η γλώσσα του κειμένoυ είναι τα ελληνικά.
2. Για να θεωρηθεί έγκυρη η συμμετοχή στον διαγωνισμό θα πρέπει το κείμενο να μην υπερβαίνει σε έκταση τις 500 λέξεις και να περιλαμβάνει στοιχεία που να σχετίζονται με το έργο του Νίκου Καζαντζάκη*

* Προαιρετικά μπορούν να αναφέρονται ως υποσημείωση το έργο ή τα έργα που ενέπνευσαν τη συγγραφή του δοκιμίου(υποσημείωση: εκτός του ορίου των 500 λέξεων)

Η διοργάνωση του διαγωνισμού αυτού πραγματοποιείται μέσα απο την ανιδιοτελή προσφορά ενέργειας και χρόνου εθελοντών και την ευγενική στήριξη των χορηγών με μοναδικό σκοπό την προβολή του έργου του Νίκου Καζαντζάκη.
Με τη δική σας συμμετοχή ευελπιστούμε στην ευρύτερη απήχηση του έργου του μεγάλου λογοτέχνη-στοχαστή.
Παρακάτω παρουσιάζεται η σύσταση της κριτικής επιτροπής του διαγωνισμού ανα κατηγορία

Κατηγορία Φωτογραφία

Νίκος Μπασιάς,
Ο Νίκος Μπασιάς γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στο Φυσικό Τμήμα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ζει στα Χανιά και εργάζεται ως καθηγητής Φυσικής στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Από τα φοιτητικά του χρόνια ξεκίνησε με μια Zenith E , ένα τρίποδο και μια φυσούνα το ταξίδι των αισθήσεων και της φωτογραφίας. Έχει παρακολουθήσει διεθνή φωτογραφικά σεμινάρια και διαλέξεις. Το 2013 ιδρύει την Φωτογραφική Ομάδα «Οραστές» όπου διδάσκει τον μαγικό κόσμο της φωτογραφίας, σε μαθητές του Γυμνασίου Κουνουπιδιανών και διοργανώνει την πρώτη τους Έκθεση Φωτογραφίας με θέμα «Πέντε Αισθήσεις» στις 17 Μαρτίου 2014, στην «Πύλη Σαμπιονάρα» ή «Πύλη της Άμμου», ένα κτίριο του 16ου αιώνα. Τον Μάϊο του 2015 διοργανώνει την Δεύτερη Έκθεση της Φωτογραφικής Ομάδας «Οραστές», με τίτλο «Παιχνίδια Φωτός». Τον Μάϊο του 2017 διοργανώνει Έκθεση Φωτογραφίας με θέμα «Exarthseis – Εξαρτήσεις» στην «Πύλη Σαμπιονάρα».
Έχει λάβει μέρος σε πολλές εκθέσεις, έχει συμμετάσχει σαν κριτής σε διαγωνισμούς φωτογραφίας και έχει τιμηθεί με περισσότερα από 20 παγκόσμια βραβεία σε Διεθνείς Διαγωνισμούς φωτογραφίας.
Πλήρες βιογραφικό του μπορείτε να βρείτε εδώ




Στη μνήμη του Walter Lassaly

Κατηγορία: Πεζό κείμενο

Βούλα Βασιλειάδη,
Υπ. διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας και Υπεύθυνη του Αρχείου του Μουσείου Καζαντζάκη

H Bούλα Βασιλειάδη σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης από το οποίο αποφοίτησε το 2004 και απέκτησε Μεταπτυχιακό Τίτλο Ειδίκευσης στη Νεοελληνική Φιλολογία το 2007.

Από το καλοκαίρι του 2014 εργάζεται στο Μουσείο Καζαντζάκη ως υπεύθυνη του Αρχείου του και από πέρυσι εκπονεί διδακτορική διατριβή στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών με θέμα "Ακούγοντας τη φωνή του συγγραφέα. Ο προσωπικός λόγος του Νίκου Καζαντζάκη και η σχέση του με το λογοτεχνικό του έργο"



Κατηγορία: Ποίημα-Μαντινάδα

Νίκος Μαθιουδάκης,
Διδάκτορας Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας & Λογοτεχνικής Υφολογίας

Ο Νίκος Μαθιουδάκης γεννήθηκε το 1981 στο Ηράκλειο Κρήτης. Αποφοίτησε από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης με πτυχίο στην ελληνική φιλολογία.

Το 2012 αναγορεύτηκε διδάκτορας με θέμα διατριβής «Νεολογικά αθησαύριστα στην “Οδύσεια” του Νίκου Καζαντζάκη: Στρατηγικές κατανόησης, Ασάφεια και Βεβαιότητα». Το διδακτορικό του εφάπτεται στο πεδίο της Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας και της Λογοτεχνικής Υφολογίας.

Εργάζεται ως Επιστημονικός Σύμβουλος στις Εκδόσεις Καζαντζάκη. Τα βασικά καθήκοντά του είναι η επιμέλεια αδημοσίευτων χειρογράφων, επιστολών, σημειώσεων του Καζαντζάκη, καθώς και η έκδοση της νέας σειράς των ήδη δημοσιευμένων έργων του συγγραφέα στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας του εκδοτικού οίκου για την παρουσίαση και προβολή του καζαντζακικού έργου



Περισσότερα


Σας ευχαριστούμε πολύ για τη συμμετοχή σας
Όλα τα έργα ήταν εξαιρετικά και το επίπεδο του συναγωνισμού πολύ υψηλό.. Ωστόσο, κάποια έργα διακρίθηκαν με βάση τα κριτήρια των αξιότιμων μελών της κριτικής επιτροπής..

Οι νικητές του Λογοτεχνικού-Φωτογραφικού διαγωνισμού για το Ν. Καζαντζάκη είναι οι παρακάτω:
Βραβειο Φωτογραφίας
Νικήτρια: ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛΕΝΗ(Καβάλα)

Βραβειο Ποίήματος
Νικήτρια: ΚΡΑΝΙΤΗ ΙΩΑΝΝΑ (Καλλιθέα Αττικής)
Ποίημα: 'Πέταγμα'

Βραβειο Πεζού κειμένου
Νικήτρια: ΑΖΑΜΟΠΟΥΛΟΥ ΦΩΤΕΙΝΗ(Αθήνα)
Κείμενο: 'Σε γλώσσα Καζαντζάκη'

Έπαινος διάκρισης μαντινάδας θα δοθεί επίσης στον κύριο Βερνάδο Γιώργο απο το Ρέθυμνο


Τα βραβεία που απονέμονται στους νικητές του διαγωνισμού παρουσιάζονται παρακάτω:




 Ο Ασυμβίβαστος Καζαντζάκης τής Ελένης Ν. Καζαντζάκη σε βιβλίο
Ο επαναπατρισμός των Ποντίων
«Ad tuum, Domine, tribunal appello»
"Υπάρχει και μια άλλη Ακαδημία, η Αόρατη"
Η Οδύσσεια είναι ένα επικό ποίημα ....
Μεταφράσεις των έργων του Ν.Κ.
O Νίκος Καζαντζάκης είναι ο μόνος Έλληνας που ....
Αγνωστο παραμύθι εκδίδεται μέσα στο 2017
Πραγματικό όνομα Ζορμπά
Απόγονοι του Ζορμπά

Πολυχώρος Πολιτισμού

Ο Πολυχώρος Πολιτισμού «Polyhoros Hania» είναι μη κερδοσκοπικός και δραστηριοποιείται στα Χανιά από το 2013, χωρίς έσοδα από δημόσιους ή εθνικούς πόρους.  Τα μέλη του Πολυχώρου είναι εθελοντές πολίτες που προσφέρουν απασχολούμενοι δημιουργικά, ο καθένας στο δικό του τομέα ενδιαφέροντος.

Για εμάς ο εθελοντισμός αναβλύζει από ψυχική αναγκαιότητα και ανόθευτη πίστη σε κάθε δράση που προσφέρει στην κοινωνία και τον άνθρωπο. Προωθούμε την ιδέα του εθελοντισμού μέσα από δημιουργικά εργαστήρια για ενήλικες, για τη χαρά της δημιουργικότητας και την αίσθηση ότι η κάθε ημέρα έχει ιδιαίτερο νόημα και σκοπό.


Οι στόχοι μας

  • Η δημιουργική κοινωνική συμμετοχή και κινητικότητα
  • Η προώθηση της ιδέας του εθελοντισμού, της αλληλεγγύης και του σεβασμού  προς κάθε άνθρωπο
  • Η ανάπτυξη δεξιοτήτων
  • Η ενθάρρυνση της συμμετοχής του πολίτη στα κοινά

Οι δραστηριότητές μας

Στον χώρο μας δραστηριοποιούνται ομάδες, οι οποίες πραγματοποιούν αντίστοιχες δράσεις, οι οποίες είναι δωρεάν και διαθέσιμες στα ενδιαφερόμενα μέλη της τοπικής κοινωνίας. Συγκεκριμένα:

  • Τέχνη: θεατρικό παιχνίδι, δημιουργικός χορός, παιδικό θέατρο σε σχολεία και ιδρύματα, διαγωνισμοί φωτογραφίας και σκίτσου
  • Χειροτεχνία: κεραμική, ντεκουπάζ, κατασκευή κοσμήματος, κατασκευή λαμπάδας
  • Προσωπική ανάπτυξη: φιλοσοφία, αυτογνωσία
  • Επιστήμη και Πολιτισμός: διαλέξεις, παρουσιάσεις, ανοιχτές συζητήσεις, επισκέψεις σε πολιτιστικούς χώρους, θέατρα, μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους
  • Βιβλίο: ανταλλαγή αξιόλογων βιβλίων, ομάδα ανάγνωσης

Έτσι, όσοι συμμετέχουν διευρύνουν τους ορίζοντές τους  μαθαίνοντας νέα πράγματα για την ζωή και το περιβάλλον, έρχονται σε επαφή με διαφορετικούς ανθρώπους,  συνεργάζονται και λειτουργούν αποτελεσματικά σε μια ομάδα. Ιδιαίτερα, μέσα από τις δραστηριότητές μας, ενθαρρύνουμε τους νέους να διευρύνουν τις επαγγελματικές τους προοπτικές, υποστηρίζοντας την ανάπτυξη των δεξιοτήτων και ικανοτήτων τους.

Οι οικονομικοί μας πόροι προέρχονται από την κινητοποίηση - στήριξη των μελών μας. Την πολύτιμη υποστήριξη στο έργο μας εκδηλώνουν έμπρακτα εταιρείες και φυσικά πρόσωπα που προσφέρουν χορηγίες σε είδος και υπηρεσίες απαραίτητες για την αποτελεσματική λειτουργία και την υλοποίηση των στόχων μας.

 


Polyhoros Hania - Πολυχώρος  Πολιτισμού
Τζανακάκη 21 (1ος όροφος δεξιά), Χανιά
Email: polyhoros.hania@gmail.com
Facebook: Polyhoros Hania
ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Δημιουργός: Αγαθοπούλου Άρτεμις ( ΙΩΑΝΝΙΝΑ )
.**Εκλήρωση**

Ο νους τ* ανθρώπου είναι γκρεμνός. Κοιτάει πέρα, χάνεται δεν μπορεί να τον περάσει. Κι από κάτω, φωτιά. Ισορροπεί στο χείλος του και τον κρατά μόνον η πίστη. Μονάχα εκείνη μπορεί να τον γλιτώσει.
Αγκομαχά κι ανεμοδέρνεται και μόνον εκείνη τον εβαστά να μη γκρεμιστεί. Αν ήταν μόνο πέτρα στην πέτρα θα πίστευε σ* αυτήν θα κατέληγε. Αν ήταν μόνο χώμα στο χώμα θα πίστευε σ* αυτό θα κατέληγε. Μα πιότερο είναι νερό. Και το νερό αν δεν τον πνίξει, τον ζει και μιαν ημέρα εξατμίζεται μέσα στο πνεύμα το αιώνιο απ* όπου και πάλι θα ξαναγίνει νερό. Όταν το νερό υπερισχύει της φωτιάς, την σβήνει
κι όταν η φωτιά υπερισχύει του νερού, το μετουσιώνει.
Κι ο άνθρωπος είναι και τα δυο. Και μαζί και γη. Και μαζί κι αέρας.

Κι αν είναι εχθρός του εαυτού του το νερό θα νικήσει και θα τελειώσει την φωτιά. Και θα τον πνίξει και τότες θα γίνει πέτρα και χώμα στο βυθό. Κι εκεί θα πιστέψει κι εκεί θα καταλήξει. Αν όμως είναι ταγμένος στον σκοπό του τον ιερό η φωτιά που ‘χει στα σωθικά του θα φουντώνει και θα θεριεύει. Και την υγρή του φύση θα εξαϋλώσει και θα τη στείλει στο βασίλειο το νοητό απ όπου προέρχεται. Τότε μονάχα έχει νόημα όλος ετούτος ο αγώνας με τον γκρεμνό.
Και η πέτρα ας πάει στην πέτρα και το χώμα ας πάει στο χώμα. Όλα έχουνε μέσα στην μνήμη τους ζωντανή την εκπλήρωσή τους.

Άρτεμις Αγαθοπούλου 2017
Δημιουργός: Αζαμοπούλου Φωτεινή ( Αθήνα - Ελλάδα )
.ΣΕ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ


Ο Αρίστος, ζωή αλάκερη, περιπτεράς στην πλατεία, αντίκρα στο φούρνο που τάιζε ψωμί τον κοσμάκη. Αντίκρα και στην τράπεζα, που κινούσε τα νήματα του σύμπαντου, πούλαγε φούμαρα στους ονειροπόλους και κλάδευε τα φτερά των αναξιοπαθούντων. Μιαν άλλη Κατοχή ζούσε ο σύχρονος κόσμος. Αναπαμό, λύτρωση ούτε στο θάνατο οι ψυχές. Συνεχώς ο Έλληνας έσφιγγε τα δόντια και το ζουνάρι.
Τρανός ρουφιάνος, μια κάμερα στα πλαϊνά του περίπτερου, κατέγραφε ανε-λύπητα, με κάψα και βροχές, δυο ετοιμόρροπες γριές, καθημερνά στο φούρνο. Δυο δυο τα καρβέλια σε καθεμιάς την αμασκάλη. Δεν αναφρίδιαζε ο Αρίστος απάνω τους, κοσμοσυρροή περνοδιάβαινε. Άλλοτε, αδιάφορα, άλλοτε συνομι-λώντας στα κινητά, καβγαδίζοντας, βιαστικά, αναίτια αργά.
«Τόσο καρβέλι, Ύψιστε! Παιδιά κι αγγόνια, θα χουνε», του εντυπώθηκε σήμερα.
Άμβλυνε την οθόνη ομπρός του. Ο φούρναρης εμάλωνε τις γριές, που μια τράβαγαν για δω, μια για κει, σα να μην ξέρανε κατά πού να πάρουν.
Ο Αρίστος με χέρι πιτήδειο έσιαχνε τα καλούδια του και με μάτι, δήθεν ανεπιτήδευτο, αγροικούσε. Διαόλους, τριβόλους και «τρρρρτρρρρ…», έβγανε ανταριασμένη της μιας, της αρχηγίνας η μασέλα, σαν το σαμάρι του γαϊδάρου τους στο χωριό. Η άλλη, «έτσι, έτσι…», συναινούσε, βουίζοντας ακατάπαυστο μοιρολόι.
Έμπαζε ο αγέρας, ξέπλεκε τα μπαμπακίσια μαλλιά, ράπιζε τα σταφιδιασμένα μάγουλα. Στη ράχη κουβαλούσανε Κατοχές! Το περίπτερο στενεύει, τονε πνίγει.
«Τις φιλεύω, Αρίστο, μου μαγαρίζουν και το μαγαζί! Είναι χαζές, είναι πονηρές, μονάχα ο θεός κατέχει».
«Χαμένο το χουνε, Μανόλη. Η λήθη φτάνει στην κεφαλή, ποτέ στο σκαρί του ανθρώπου».
Σχολώντας, τις ακλουθεί, αφουκράζεται, συνθέτει βιογραφικό. Αδερφάδες ήτανε, μένανε κατάμονες πλάι στην εκκλησιά, στο χαμόσπιτο.
«Παραμιλούνε ολούθε πως μαζεύουνε ψωμί για τον πόλεμο που καταφτάνει. Από τα κλεμμένα δίνουνε και στην εκκλησιά, στον αγαθιάρη παπα-Καλίτσο, που δεν τις ανακρίνει πούθε τα βρήκανε», του μαρτυρά ένας κακεντρεχής.
Η πόρτα ξεκλείδωτη, μούχλα αναδύει το φτωχικό τους. Μερμήγκια, αρουραίοι κατασπαράσσουν τον άρτο τον επιούσιο, που συσσωρεύεται, για την επαύριο, για τα αγέννητα παιδιά τους. Πόνος γύρα γύρα, χάος, να μην περάσουνε τα γεράματα όπως τα παιδικάτα τους.
Μια Κυριακή, αγριεμένες από το φούρνο έρχουνται απάνω καταπάνω στον Αρίστο, σιχτιρίζοντας η μια την άλλη.
«Τι πάθατε, χριστιανές;»
Της Τριζάτης η ματιά τονε διαπήρε. «Ετούτα» τον ρωτάει, «είναι αληθινά λεφτά; Στερέψαν τα ευρά, δε μας έδωκε ψωμί».
«Καλέ θεια, κάποτε ήσαντε. Τώρα οι δραχμούλες!»
«Τ* ακούς, μωρή, κακοχρονιασμένη…» Μια τράνταζε, μια ακινητούσε την Έτσι Έτσι, που έκλαιγε σα μωρό στα σπάργανα. «Δεν τα πήγαμε στην Τράπεζα! Πεθάνανε οι δραχμούλες, όπως και συ…»
«Στην πάσα ευκαιρία, ο αδερφός κι απ* τον αδερφό του κιντυνεύει», συλλογίστηκε ο Αρίστος, που, καλός άνθρωπος ήτανε μα, δεν τις παρηγόρησε. «Ψωμί, ρε θεια, δε βγάνει ο φούρνος σήμερα» πήγε να πει, μα βαρέθηκε τις παραπανίσιες κουβέντες, εξάλλου η εκκλησιά πλάι τους ήτανε.
«Θεέ, κατέβα, σκιάζουμαι! Πλαντώ, πνίγουμαι, βοήθεια! Δείξε έλεος, Κύριε! Ανήμποροι εμείς, φρενήρεις κατρακυλούμε. Ο άνεμος του ολέθρου, το χρήμα, το χρήμα, φυσάει, παρασέρνει, σκοτώνει…» στοχάζουνταν παθιασμένα. Μειδίασε συνειδητοποιώντας πως παραμίλαγε. «Ωρέ, πληθύναμε οι λοξοί!» αυτοσαρκάστηκε. «Και πού να βρεθεί ένας Καζαντζάκης. Ποιος σύχρονος διαθέτει σήμερα τέτοιο ανάστημα, τα Χρέη να μας θυμίσει. ‘‘Δικιά σου** να ουρλιάξει ‘‘η ευτύνη, ορθώσου, αρματώσου, πολέμα!** Τετέλεσται η Ράτσα μας!»











Έχοντας κατά νου, τον τρόπο γραφής του κορυφαίου Νίκου Καζαντζάκη, προσπάθησα εικόνες του σήμερα να τις αποδώσω όσο γινόταν κοντύτερα στη γλώσσα και το ύφος εκείνου, του μεγάλου μας δασκάλου. Μόνον η τελευταία παράγραφος είναι ξεκάθαρα εμπνευσμένη από την Ασκητική. Το υπόλοιπο κείμενο είναι γενικότερα από το έργο του.
Ευχαριστώ θερμά.
Δημιουργός: Αθανασίου Ιωσήφ Πέτρος ( LEUVEN, BELGIUM )
.Η πυξίδα ενός νεκρού που μόλις γεννήθηκε

«τελικά Έφτασες… εκεί που δεν μπορούσες…»
«ναι»
«Κατάλαβες;»
«Ναι, κατάλαβα ότι απάνω στη Γη, υπάρχουν τριών λογιών ανθρώποι…

Ευτυχισμένος είναι αυτός που γεννήθηκε έζησε και πέθανε χωρίς ποτέ να χρειαστεί να σηκώσει το βάρος της σκιάς του φωτός που φώτισε τον Άνθρωπο και τον έκαμε να φέρει τους θεούς ίσα με το μπόι του. Ευτυχισμένος είναι αυτός ο άνθρωπος, μιας και ο κόσμος δεν γνώρισε μεγαλύτερο βάρος από τούτο, μεγάλη ευτυχία που δεν χρειάστηκε ούτε για μια στιγμή να το κουβαλήσει. Είναι όμως και άτυχος… το να γεννηθεί κανείς σε αυτή τη ζωή και να μην νιώσει το φως αυτό να τον ζεσταίνει, βαθιά μέσα του εκεί που κανένα άλλος φως δεν μπορεί να φτάσει, είναι απλά η μεγαλύτερη των ατυχιών. Αλλά και πάλι μέσα στην ατυχία του παραμένει ευτυχής. Δεν ήξερε ότι υπάρχει αυτό το Φως, απόδειξη της ατυχίας του, αλλά η άγνοια αυτή τον καθιστά ευτυχισμένο, έναν ευτυχισμένο άτυχο. Αν γνώριζε το Φως θα άνηκε σε άλλη κατηγορία ανθρώπου… θα ήταν απλά τυχερός.

Τυχερός όποιος κατάφερε έστω και για μια φορά να αντικρύσει το θεριό να κείτεται στη θάλασσα. Τυχερός όποιος είδε έστω και για μια φορά το τόπο όπου γεννήθηκαν οι Θεοί. Τυχερός όποιος έφαγε από το χώμα που τάισε τους Θεούς, ήπιε το νερό που ξεδίψασε τους Θεούς. Μόνο τυχερός μπορεί να χαρακτηριστεί αυτός. Ο άνθρωπος που είδε έστω και για μια μέρα τον τόπο που γέννησε τα πάντα. Τον τόπο στον οποίο χρωστάει το να λέγεται άνθρωπος…

Και τις τρεις κατηγορίες έρχεται να ολοκληρώσει η σπανιότερη και πιο δύσκολη… ο ευλογημένος με την κατάρα άνθρωπος… Αυτός, ο πιο τυχερός από όλους, που έμελλε να ζήσει στην πατρίδα των θεών. Να ξυπνάει κάθε πρωί και να μην αντιλαμβάνεται τι Φως τον λούζει. Να θεωρεί δεδομένο αυτό το Φως. Να ξεχνάει και να μην συνειδητοποιεί πόσο τυχερός έχει υπάρξει σε αυτή τη ζωή. Είναι αυτός που προστάτεψε τους Θεούς. Αυτός που μεγάλωσε τους Θεούς. Αυτός που δίδαξε στους Θεούς το σωστό και το δίκιο. Αυτός που έγινε ο λόγος οι Θεοί να ζηλέψουν τους ανθρώπους. Να τους φοβηθούν και να τους στείλουν στο πόλεμο της Τροίας, για να γλιτώσουν από τον αφανισμό που ο χρησμός τους είχε υποσχεθεί. Αυτός που φέρει τους Θεούς στα μάτια του. Να η μεγαλύτερη κατάρα. Να φέρεις τους Θεούς στα μάτια σου. Όπου και αν πας θα αναγνωρίζεις τα μάτια αυτά. Είναι θλιμμένα μάτια! Λάμπουν συνεχώς κάτι αναζητώντας. Αλλά αυτό θα το καταλάβεις όταν φύγεις από Ιερό τον Τόπο. Τον Πρώτο Τόπο των ανθρώπων. Θα τα αναγνωρίσεις από την απελπισία τους, η κατάρα δεν τα αφήνει να ησυχάσουν. Η κατάρα αυτή δεν σε αφήνει ποτέ. Είσαι ευλογημένος να φέρεις μέσα σου το Φως των Θεών. Όπου και αν περιπλανηθείς τίποτα δεν σε εντυπωσιάζει. Κατά μία έννοια τα έχεις δει όλα. Φρόντισε η κατάρα για αυτό. Και εσύ ψάχνεις να δεις κάτι που κανείς δεν έχει δει. Αυτή η αναζήτηση είναι που στοιχειώνει όσους ευλογήθηκαν με την κατάρα. Και τώρα που όλα τελείωσαν, ναι Παππού κατάλαβα, την πυξίδα την είχα μέσα μου.»
Δημιουργός: Αλεξοπούλου Κωνσταντίνα ( Αθήνα )
.Οι έρωτες του Δία





Γυναίκα

Δία,

πατέρα Θεών και Ανθρώπων,

γιέ του Κρόνου και της Ρέας,

γέννημα του Δικταίου Άντρου της Κρήτης,

βασιλιά του ουρανού,

κεραυνοβόλησέ με λέγω ειδώς



Βρέξε κιννάβαρι χρυσή βροχή

και σμίξε την Δανάη

πιάνοντας τον μίτο πάλι από την αρχή,

από τον ουρανό στη θάλασσα

και από εκεί στον Άδη,

εύφημος ίσθι



Καζαντζάκης



Μια γυναίκα που κοιμάται μόνη,

ντροπιάζει όλους τους άντρες



Γυναίκα



Γίνε φωτιά

και κύκλωσε την Αίγινα

μα τα άρρητα μη λέγεις

με την προοπτική πάντα της νίκης

κι όχι στην σκιά της ήττας,

να δαφνοστεφανώνει τον καλό αγώνα



H ψυχή του ελληνισμού



Ένα χέρι, σαν σε ενόραση μέσα, των προγόνων,

νιώσε να σε τραβάει, για να ορθώσεις το ανάστημά σου και να, σου λέει:

΄΄Στο σκοτάδι απαντάμε με φως.

Μύρισε τα αρώματα,

δές τα χρώματα της ψυχής στο ταξίδι της προς το φώς ΄΄



Καζαντζάκης



Η φυγή δεν είναι νίκη,

τ* όνειρο είναι τεμπελιά,

το έργο μόνο μπορεί να χορτάσει την ψυχή

και να σώσει τον κόσμο

Ο σωστός δρόμος είναι η ανηφοριά

με αξιοπρέπεια και ανδρεία



Η ζωή όλη είναι μια φασαρία,

μόνο ο θάνατος δεν είναι.

Ζωή είναι να λύνεις το ζωνάρι σου και να ζητάς την φασαρία

Κοιτώντας λεύτερος τον φόβο κατάματα,

ως κι φόβος θα φοβηθεί και θα φύγει



Γυναίκα

Ως κυανός Αμφιτρύων

την Αλκμήνη κάλεσε στην κλίνη σου

Ως κούκος την αδελφή και σύζυγο σου Ήρα αέναα

που έριδες και ραδιουργίες σπέρνει,

μα η Ηχώ σκεπάζει,

όσα τα μάτια δε θωρούν στα φανερά.

Στη Θέμιδα δώσε τις μοίρες

πάλι να πλέξουν το νήμα του χρόνου,

τύχη μαζί και πεπρωμένο

και ευτυχίαν εύχου.

Ως αετός

εφόρμα στην Αστερία,

τέχνην χρώ

κι εσύ Ανάγκη

έπου θεώ.





Καζαντζάκης



Η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο



Είναι ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας



Τίποτα άλλο.



Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα



Είδα κάποτε μια μέλισσα πνιγμένη μέσα στο μέλι και κατάλαβα





Γυναίκα



Δήμητρα και Ηλέκτρα,

δές,

για σένα στήσανε κύκλιο χορό

και προσμένουν με λαχτάρα

της αστραπής ένα βλέμμα σου.



Καζαντζάκης



Μια αστραπή η ζωή μας…μα προφταίνουμε

Καμένα κάστρα πίσω μας να αφήσουμε

Ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά.

Έχεις τα πάντα εκτός από λίγη τρέλα

κι ο άνθρωπος χρειάζεται λίγη τρέλα...

Αλλιώς δεν μπορεί να σπάσει το σκοινί και να ελευθερωθεί.



Γυναίκα

Ως μίλτος Σάτυρος πλάγιασε την μαινάδα Αντιόπη

και την ωραία Αφροδίτη δώσε στη Διώνη.

Ο κόσμος πάντα θα υποτάσσεται στην αβάσταχτη ομορφιά.

Η νιότη χέρι με χέρι με τον έρωτα τον κόσμο θα γυρνά.



Καζαντζάκης



Ποτέ οι Έλληνες δε δούλεψαν την τέχνη για την τέχνη·

πάντα η ομορφιά είχε σκοπό να υπηρετήσει τη ζωή.

Και τα σώματα τα ήθελαν οι αρχαίοι όμορφα και δυνατά,

για να μπορούν να δεχτούν ισορροπημένο και γερό νου.



H ψυχή του ελληνισμού



Momentum

Είναι αυτό που θέλει να γίνει η ψυχή, όταν ακουμπήσει τον ουρανό, στο μεγάλο ταξίδι της γής

Μια χούφτα πάντα,

άπιαστοι Έλληνες

τρελοί, μη λογικοί

την ουτοπία

Κατάφερναν να κάνουν

παράδεισο επί γης.

Μια τέτοια στιγμή είναι αυτή



Καζαντζάκης



Ν* αγαπάς την ευθύνη
να λες εγώ, εγώ, μονάχος μου, εγώ
θα σώσω τον κόσμο.
Αν χαθεί, εγώ θα φταίω να λές





Γυναίκα



Ως ταύρος την σανδαράκη Ευρώπη,

κάνε πατρίδα μου,

και ως κύκνος την Λήδα ταίριαξε,

την ωραία Ελένη και τους Διόσκουρους,

για να γνωρίσει η πλάση

την πλάνητα ομορφιά,

για να θαυμάσει,

μη μπορώντας,

μη κράτει οφθαλμού μπροστά στο ουράνιο κάλλος.





Et ego in Αrcadia sum με την Καλλιστη.

Ψηλά, στα περήφανα βουνά,

η Μνημοσύνη περιμένει

και ό, τι σκέφτεται, η ίδια θα γενεί.

Η Περσεφόνη έρποντας προσμένει να φανείς,

στα σωθικά της ως όφις για να μπείς.

Ευρυνόμη,

Ελάρα,

Γαραμάντη,

Ωρα και Ιώ,

Υβρις,

Καλύκη,

Κάρμη,

Λάμια,

Λητώ,

Μαία,

Μήτιδα,

ω ένδοξη Αθηνά,

Νιόβη,

άγνωστη Νύμφη ηλιοφώτιστη,

Πλουτώ,

Σέμελη,

Ταυγέτη,

Θάλεια,

Πρωτογένηα,

Δανάη,

ες αεί κι εσείς εδώ;



Δίας



Τότε ο Θεός εφάνη ως κεραυνός ανάμεσα στα σύννεφα

κι αντήχησαν στον νού πάντων τα παρακάτω λόγια:



Ω κόσμε τέλειε,

την όψη αυτή σου δίνω,

άκουσε τον ήχο της θάλασσας που ενώνεται με του ουρανού την αύρα,

γίνε μουσική και τινάξου πάνω σε κύκλιο ελληνικό χορό



Αυτό το χειροποίητο, σπάνιο μα και ακριβό υφαντό,

τόσο βαθιά ελληνικό που γίνεται οικουμενικό



Του κόσμου τα πλούτη,

τι σημασία θα είχαν,

αν εσύ γυναίκα δεν ήσουνα;



Γυναίκα



Δία,

στην Ολυμπία ολόχρυσος

στέκεις ακίνητος στο χρόνο

κι εγώ επάνω στου Ερμή το φτερό,

εμπρός σου βρίσκομαι κι αγάλλομαι,

το χερι μου απλώνω

και τελευτώ άλυπη

Ίσθι σαυτόν και γνώθι μαθών.

Ίσθι σαυτόν και γνώθι μαθών.



Καζαντζάκης



Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ
Δημιουργός: Απλαδάς Γεώργιος ( ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ )
. Κειμενο -Αδρεναλίνη η Γαλάτια και έξαψη μαζί-
Αδρεναλίνη και έξαψη Γαλάτια στο σώμα μου κυλάνε φέρνοντας μια άναψη οι πόθοι να μου ζητάνε το αίμα νερό το κάνουνε και όλα με κυριεύουν Γαλάτια τον πόνο μου κάνε να γιάνουνε καημοί που με παιδεύουν κατοίκησες πάνω μου εσύ Γαλάτια μαζί να πορευτούμε χώρια σου όμως ζωή μισή κ’εγώ σ’ αναστορούμε αγάπη μου αλήτισσα ολο με παιδεύεις και τίποτα εγώ δε ζήτησα Γαλάτια μονάχη σου με γυρέυεις ζητάς πολλά σε μένανε ολο και κάτι θέλεις ζωντάνια όλη σε σένανε και μένα μη μέλεις Γαλάτια ολο εσύ με αγαπάς και δώρα όλο μου κάνεις αγάπης αλήτισσα τι ζητάς θέλεις να με τρελάνεις Γαλάτια γεφύρια πέσαν στο χιονιά κρυγιά νερά γεμίσαν δεν έχουν διάβα τ’ορεινά κ’άλοι σαν προσπαθήσαν Γαλάτια αγάπης όρκο θα διαβώ εγώ για να περάσωνα’ δώ εσένα π’αγαπώ κ’ύστερα θα ησυχάσω στέρεψε λίγο στέρεψε ποτάμι για να περάσω γιάντα έτσα μου φέρεσαι μού’ρχετε να πλαντάξω ωραίες λέξεις της ψυχήςγραμμένες στα βιβλία θα παραμείνουν στη ζωή αθάνατης ιστορίας Γαλάτια με κοίταξες ψυχρά εσύ μα ξέχασες θυμήσου εσύ αγκαλιά αμοναχή ανοιξε κ’αγαπήσουκαρδιές απούνε κοντά ο χτύπος τους ρικάτε και όνειρα αληθινα πλάθουν γιαν’αγαπάτε Νικόλα ήσουνα ο εκπρόσωπος τση Ελλάδος στην Ευρώπη ησουν τση ανανέωσης άπου θωρούν οι ανθρώποι ησουνα πάντα εκφραστής τα’ευγένειας τση τάξης και πάντα εσύ νοιαζόσουνα ολα να είναι εντάξει Νικόλα λόγιε εσύ μας έφυγες Μια μέρα κ’ήταν απώλεια εθνική για την Ελλάδα ούλη τα λογοτεχνικά τα έργα σου εφώτισαν τον κόσμον μεγάλο σύλλογο έκαμες π’ωφέλιμων βιβλίων και στήριξες πνευματικά η το ρόλο των σχολείων δώρα μας έκαμες πολλά κ’εμάς του Ηρακλείου και άφησες πίσω σου αντρειά μεγάλου μεγαλείου
Ο σπουργιτης
Δημιουργός: Αχιλλέως Γεώργιος ( Χανιά - ΕΛΛΑΔΑ )
.Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ Ή Η ΚΡΗΤΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ;
Ο Τάλως έγειρε στο πλάι και παρέμενε ακίνητος. Ένοιωθε τόσο κουρασμένος, εξαντλημένος θα το έλεγε. Το καρφί στο πόδι δεν υπήρχε πλέον και το ζεστό υγρό, το «αίμα του Τάλου» όπως το έλεγαν, έτρεχε ασταμάτητο στο κρητικό χώμα. Σε λίγο θα άδειαζε εντελώς η μία και μοναδική του αρτηρία και ο γίγαντας θα παρέμενε για πάντα ακίνητος. «Σήκω Τάλω!!!» του φώναζε το Σηφαλιό, «σήκω σε παρακαλώ!!! Ποιος θα μας προστατεύει τώρα; Ποιος θα γυρνάει το νησί για να αισθάνομαι ασφάλεια; Ποιος θα μας φυλάει από την σκλαβιά; Ποιος θα κρατάει το δίκιο μας;». Ο Τάλως χαμογέλασε. «Μην ανησυχείς Σηφάκη, μην ανησυχείς καθόλου!», προσπάθησε να του πει αλλά δυσκολευόταν. «Μην ανησυχείς, και* γω θ*αναστηθώ και θα σ* αρπάξω πάλε! Θα* σπω τις αλυσίδες της σκλαβιάς, θα καταργώ τα κάστρα!!!». Δεν ξέρει αν τα* πε στον Σήφη ή αν απλώς τα* βλεπε στην οθόνη του μυαλού του η οποία έσβηνε σιγά-σιγά. «Θ* αναστηθώ Σήφη, μ* ακούς;» Ο Σηφαλιός πλέον δεν άκουγε. Είχε μαγευτεί από τα άξαφνα δρώμενα που συνέβαιναν εκείνη την στιγμή μπροστά. Βρακοφόροι άντρες, ζωσμένοι με φυσεκλίκια και μαχαίρια στα ζωνάρια, αρχίνησαν τον χορό από το πουθενά! Και δεν μπορούσε να πει. Ήταν χορός αυτός ή ήταν πήδος, ή ήταν πέταγμα; «Θα βράζει το αίμα τους!», σκέφτηκε το Σηφάλιο, το «αίμα του Τάλου». Σαρακηνοί και Βενετσάνοι προσπάθησαν να τους σταματήσουν, μα μάταια. Φέραν μαχαίρια, φέραν σπαθιά, φέραν κι* άγρια πουλιά, όμως οι βρακοφόροι συνέχιζαν τον χορό τους αγέρωχοι! «Τα* άγρια πουλιά τα ημερεύω …..» έλεγε το τραγούδι τους που δεν είχε σταματημό. Δυνάμωνε ο χορός, δυνάμωνε κι ένταση που επικρατούσε. Τούρκοι ξαναπροσπάθησαν αλλά μάταια, δεν ήταν άνθρωποι αυτοί που χόρευαν, ήταν παιδιά του Δία, ήταν ο Δίας. Δεν ήταν νησί αυτό που πατούσαν, δεν ήταν νησί, ήταν θεριό που κείτονταν στην θάλασσα, ήταν η γοργόνα, η αδελφή του Μεγαλέξανδρου, που θρηνούσε και φουρτούνιαζε το πέλαγος …. Ο Σήφης κοίταζε μαγεμένος. «Γέλα, Σήφη», του* λεγε ο Τάλως, «γέλα!!! Μη κατσουφιάζεις τώρα με τους Τούρκους». «Άμα λευτερωθεί η Κρήτη, θα γελάσω», σκέφτηκε ο Σήφης αλλά δεν το* πε στον γίγαντα, δεν ήθελε να τον στεναχωρέσει. Οι αλλόθρησκοι κτυπούσαν τους βρακοφόρους, αυτοί όμως ακούραστοι, αλύγιστοι συνέχιζαν να χορεύουν, και όλο δυνάμωνε το πάθος τους, και όλο δυνάμωνε η μέθη τους. «Δεν θα τους νικήσουν», σκέφτηκε ο Σήφακας! Ο καπετάν Σήφακας. «Κρατάτε αδέλφια, κρατάτε το χορό!» «Για σου καπετάνιε!» αντιλαλούσε η Κρήτη, αντιλαλούσε η πλάσης όλη! «Για σου Σήφακα!» του φώναζαν όλοι μαζί την ώρα που ορμούσε στους οχτρούς του και το βόλι τους του διαπερνούσε το κρανίο. Ο Σήφακας πέφτει, σωριάζεται δίπλα στον γίγαντα της Κρήτης του, τον Τάλω. «Στρατοί οι γιοί μου και τα εγγόνια μου και θα σ* ελευθερώσουν» βαριανάσαινε ο Τάλως, «Έβαλε ο Θεός σημάδι, παλληκάρι στα Σφακιά….», τραγουδούσαν οι βρακοφόροι, κι ο Σήφακας αναλογιζότανε πως θα τον εσκεπάσει η πέτρα, πως θα τον εσκεπάσει που τον ανατριχιά!!! «Παππού», φώναζε το μικρό Σηφάκη, «κράτα γερά και σου* ρχομαι!!!». Ο καπετάνιος χαμογέλασε. «Έχει δίκιο ο γίγαντας», σκέφτηκε, «στρατοί οι γιοί μου και τα εγγόνια μου και θα σ* ελευθερώσουν πατρίδα!!!». Και τ* άγρια πουλιά ξανάρθανε, σιδερένια, με σιδερένια ράμφη, όπως τις όρνιθες της Στυμφαλίας. Αγκυλωτοί σταυροί τα στόλιζαν. Και σιδερένια θαλάσσια κήτη τα συνόδευαν. Και ‘θέλαν να πατήσουν πάλι το νησί, την Κρήτη του Τάλου, του καπετάν Σήφακα, του Σηφαλιού. Κι* ο χορός συνέχιζε, πιο άγριος, πιο δυνατός, πιο σίγουρος. Τα παλληκάρια με τις βράκες χόρευαν και πηδούσαν αγέρωχα, πηδούσαν ανάμεσα στις σφαίρες και στις οβίδες του εχθρού. Και γελούσαν, τινάζονταν ψηλά στον αγέρα και τραγουδούσαν. Και το τραγούδι τους έσκιαζε τον οχτρό. Πώς να τους υποτάξει; Πώς να τους κάνει να τον προσκυνήσουν; Δεν είχε καταλάβει ότι οι βρακοφόροι αυτοί προσκυνούν μόνο τον ένα και μοναδικό Θεό της Κρήτης, τον ένα και μοναδικό Θεό του κόσμου όλου! Δεν λυγάνε τα παλληκάρια αυτά, το κορμί τους είναι χάλκινο όπως του γίγαντα τους, μ* αυτό χορεύουν, μ* αυτό αγαπάνε, μ* αυτό πολεμάνε, το κάνουν δύναμη και χτυπάνε, το κάνουν θάρρος και ορμάνε, ότι θέλουν το κάνουν, ακόμα και ιστό για να αναρτήσουν την σημαία τους, γιατί δεν πρέπει να πέσει ποτέ στο χώμα. Δεν ήταν νησί αυτό, ήταν θεριό, ήταν ο Διγενής που τα βάζει με τον Χάροντα, κι* όταν ακόμα πέσει μπαμπέσικα, η γη τον τρέμει, δεν μπορεί να τον δεχτεί, δεν είναι για το χώμα, δεν ημπόρει να τον εσκεπάσει, πώς να τον εσκεπάσει τον αντρειωμένο; Τ* άγρια πουλιά τα ημερεύει κι* αυτός. Δεν ήταν νησί, ήταν ο Τάλως, ήταν ο Διγενής, ήταν ο Δίας, ήταν η πλάση όλη! Αυτός ο τόπος υπήρχε πάντοτε, κι ο Σηφαλιός το ήξερε. Και το* ξεραν και οι Ενετοί κι οι Φράγκοι, κι οι Σαρακηνοί κι οι Τούρκοι και οι Γερμανοί και όλοι! Το ‘ξερε κι Τάλως, τώρα που έσβηνε, μα το Σηφάκη δεν ανησυχούσε πλέον. Τούτος ο χορός των βρακοφόρων, νέων, παιδιών και γέρων δεν είχε τελειωμό! Δεν ήταν χορός, ήτανε γιορτή, ήταν ιεροτελεστία, ήταν μια μάχη, μια μάχη με τον οχτρό και φίλο, μια μάχη με τόπο τους και τον κόσμο όλο, μια μάχη με τον εαυτό τους, να μπορέσουν να κρατήσουν την γοργόνα, την αδελφή του Μεγαλέξανδρου στη ζωή, να μην θρηνεί και να μην φουρτουνιάζει το πέλαγος των καιρών! Να πλέουν τα καράβια του Μίνωα σε ελεύθερα και ήρεμα νερά. «Καλό σου ύπνο Τάλω!!!», είπε ο Σήφης, «εγώ είμαι εδώ τώρα!!!»
(Ξεπερνάει κατά πολύ τις 500 λέξεις. Δεν μπορώ να το περιορίσω γιατί θα χάσει το κείμενο την ουσία του. Το υποβάλλω όμως και αν νομίζετε ότι πρέπει να απορριφθεί τότε το απορρίπτετε για να πληρούνται οι όροι του διαγωνισμού)
Δημιουργός: Γεωργάτζογλου Βασιλική ( ΑΘΗΝΑ )
.(Ρατσισμός)2

«Κοίτα, κοίτα τους άπλυτους, τους βρομιάρηδες που μας κουβαλήθηκαν εδώ και γέμισε απόβλητα η χώρα. Κοίτα τους, ψάχνουν στα σκουπίδια σαν τρωκτικά. Φύγετε από ‘κει, δε θα βρείτε θησαυρό στα σκουπίδια, παλιόμαυροι».
Άλλοι πάλι κοιτώντας μας σκέφτονται, «οι κακόμοιροι οι άνθρωποι κατάντησαν ζητιάνοι, επαίτες. Για να ζήσουν ψάχνουν στα σκουπίδια».
Οι δύο όψεις του νομίσματος. Και εγώ τους ακούω και τους δύο. Και μου προκαλούν τον ίδιο πόνο. Παράλογο και παράδοξο θα πει κανείς… γιατί να σου προκαλεί πόνο η συμπόνια; Από πότε το ενδιαφέρον απέκτησε αρνητικό πρόσημο; Από τότε που η υποκρισία βαπτίστηκε φιλανθρωπία! Οι ανθρωπιστές του κόσμου σου δίνουν ένα και με τον τρόπο τους σου παίρνουν δέκα.
Δε θέλω το ένα σας! Το ένα ξεχαρβαλωμένο κοντέινερ, που στεγάζει τα όνειρά μου και μπάζει από παντού, παρασύροντας κάθε προσδοκία μου για το μέλλον! Δε θέλω το ένα πιάτο φαγητό στα συσσίτια σας. Κουράστηκα να περιμένω στις ουρές και φτάνοντας η σειρά μου να έχει τελειώσει το «πολυπόθητο αγαθό»! Δε θέλω τη μία ή τις πολλές υποσχέσεις σας για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Είναι ψεύτικες! Τώρα πλέον το ξέρω καλά. Άργησα, μα το κατάλαβα. Ήλπιζα, μα έπαψα πια. «Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβάμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος», είχε πει κάποιος λογοτέχνης τους και είχε απόλυτο δίκιο. Όταν πάψεις να ελπίζεις και να φοβάσαι, είσαι πραγματικά ελεύθερος. Και εγώ πλέον είμαι.
Δε θέλω τα βλέμματα μίσους, τα γεμάτα οργή και χολή, που είναι έτοιμα να σου ξεσχίσουν τις σάρκες, σου μπήγουν το μαχαίρι στην καρδιά και το στρίβουν για να δυναμώσουν τον πόνο. Δε θέλω, όμως, ούτε τα βλέμματα λύπησης και οίκτου. Κοιτώντας σε χαίρονται και ευγνωμονούν το Θεό που δε βρίσκονται στη θέση σου. Σταματήστε, λοιπόν, να με κοιτάτε… Δε θέλω να με κοιτάτε… Αγαπάτε τους ανθρώπους, γιατί είστε εσείς.
Ευτυχώς, κάτι βρήκα και σήμερα στα σκουπίδια τους. Εμένα μου αρκεί αυτό που είναι άχρηστο και περιττό για ‘κείνους. Ένα καλοκαιρινό, πράσινο, παιδικό σορτσάκι. Πόσο θα χαρεί ο μικρός μου! Του αρέσει πολύ το πράσινο χρώμα. Του θυμίζει τον καταπράσινο κήπο του σπιτιού μας. Άνοιξη φύγαμε από την πατρίδα, όταν ο κήπος ήταν φουντωμένος, όπως και η ελπίδα μας για μια καλύτερη ζωή. Άνοιξη φύγαμε για να γλιτώσουμε από τη μανιασμένη θάλασσα, αφού καταφέραμε να γλιτώσουμε από το μένος του πολέμου.
Το πρόσωπό του φωτίστηκε σαν το φόρεσε. «Πόσο όμορφο είναι μανουλίτσα! Σ* ευχαριστώ πολύ!», πρόφερε με τη χαρούμενη, ζωηρή φωνούλα του. Τα καχεκτικά ποδαράκια του τρέμουν από την παγωνιά μέσα στο καλοκαιρινό σορτσάκι. Είναι χειμώνας…
Δημιουργός: Ανώνυμη ( .... )
. **Ad tuu, Domine, tribunal non appello”

“Βλάστημος , κακοποιητής Θεού και ανθρώπου” .
Έπαιρναν την πένα σου και στην κάρφωναν κατάστηθα.
Ποιός είσαι εσύ, άνθρωπε ,που δε φοβάσαι μήτε ελπίζεις;

που ‘φερες το Χριστό στα μέτρα μου;
που λες πως θα φτάσω εκεί που δεν μπορώ,
πως εγω μονάχος θα σώσω τον κόσμο ,
πως δε χρειάζομαι σωτήρες;

δεν έμοιασες σε μένα τον πιστό ,που ποτέ του Θεό δε γύρεψε
που κάθε μέρα σταυρώνει Χριστό και αδέλφια,
που βολεύεται στην κρύα αγκαλιά του φόβου και στη ζεστή ανάσα της ελπίδας
που μένει κολώνα ακίνητη γιατί θαρρεί πως οι κολώνες δεν κουνιούνται.

Έφεση δε ζητάω, μόνο την πλάκα σου ζητάω
στον ίσκιο της Ακρόπολης ,στο βουητό του κόσμου ,
ασπίδα να τη βάλω .
Έχω δυσανοχή στις λευτεριές τους.


Δημιουργός: Γκίκας Νικόλαος ( Αθήνα - Ελλάς )
.Η “Ευτυχία” του Νίκου Καζαντζάκη

Για να αναγνώσεις και να αισθανθείς τον Νίκο Καζαντζάκη, θα χρειαστείς μια ολόκληρη ζωή. Πιθανόν όλη σου την υπόλοιπη ζωή, από τη στιγμή που θα συναντηθείτε.
Όλα εκείνα, για τα οποία πάσχισαν στρατιές φιλοσόφων και λόγιων για αιώνες, όλα εκείνα που γεννήθηκαν ή κατέληξαν μετέωρα ερωτήματα στους φιλοσοφικούς λαβύρινθους της ανθρώπινης ιστορίας, ο Καζαντζάκης τα ξέθαψε, τα καθάρισε από την μεγαλοδοξία των κτητόρων τους και τα απόθεσε στο μονοπάτι του προς την Άβυσσος, λαμπρόμορφα σκαλοπάτια στην ουράνια σκάλα προς την Αλήθεια της Ζωής.
Το κυνήγι της Ευτυχίας σταματά, όταν οι αλυσίδες της καρδιάς σπάνε, όταν φτερουγίσεις μακριά από την Ελπίδα, που γεννά την Αγάπη, η οποία με τη σειρά της γιγαντώνει τον Φόβο. Κατακτάς την Ευτυχία, γίνεσαι εσύ η Ευτυχία με σάρκα και οστά, όταν η καρδιά, ελεύθερη από τα τρία αυτά χαλινά, ταξιδεύει και γεύεται την λιακάδα σε μια Ιταλική εξοχή, όπως χαρακτηριστικά την περιγράφει στην “Αναφορά στον Γκρέκο”, ή τις ανθισμένες κερασιές του Κιότο στο “Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία, Κίνα”.
Η κραυγή του Καζαντζάκη “τέντωσέ με Θε μου, κι ας σπάσω”, με την οποία προοιωνίζει την “Αναφορά στον Γκρέκο”, πριν καν τον πρόλογο του έργου, και που τόσο εκκωφαντικά ειλικρινά αναλύει στην “Ασκητική” του, είναι το σπάσιμο αυτών των αλυσίδων, το φτερούγισμα της καρδιάς μέσα στην λιακάδα, που όλοι μας βλέπουμε, αλλά κανείς δεν αντέχει να γίνει μέρος της. Το να απαρνηθείς και να λυτρωθείς από ό,τι σου ζητά, ό,τι απαιτεί από εσένα, οδηγεί σε μία μόνο λέξη. Θυσία.
Μια θυσία, που ενσαρκώνεται αραβουργηματικά στον “Τελευταίο Πειρασμό” και στο “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”, εκεί όπου ο Θεάνθρωπος Ιησούς παλεύει και με την θυσία του τσακίζει τα δεσμά της καρδιάς, ελευθερώνεται από το αίμα και την σάρκα του και συναντά τον Ουράνιο Δημιουργό και Πατέρα, την αιώνια λιακάδα που σκεπάζει την Άβυσσος.
Και είναι ο Νίκος Καζαντζάκης ποιητής και αοιδός αυτής της Θυσίας, γιατί, πολύ απλά, πολύ ταπεινά, αποδιώχνει την σάρκα και το αίμα, τινάζεται και πηδά ψηλά, σε κάθε σταλαγματιά επιθυμίας και απόλαυσης που πέφτει επάνω του, σε ό,τι γεννιέται και ό,τι αντρώνεται από το κορμί, σε όποιον πειρασμό τον δένει στη σκοτεινή γη της Άβυσσος. Για να απαλλαγεί. Για να λευτερωθεί.
Ποιος άνθρωπος, άλλωστε, θα τολμούσε να γράψει πάνω στον τάφο του, πως είναι “λεύτερος”, παρά εκείνος, που τόλμησε να δει τι υπάρχει μέσα, προτού καν βρεθεί εκεί.
Δημιουργός: Ζαρκαδούλα Πολυξένη ( Πειραιάς, Ελλάδα )
.Μάθε να πολεμάς
Βαρύ το τίμημα να είσαι άνθρωπος! Έχεις αδυναμίες, αγάπες, πάθη… Εσύ πρέπει απλά να σιωπάς και ν* αντιμετωπίζεις τις καταστάσεις όπως έρχονται… Δεν ρωτάσαι και φυσικά δεν ζητείται η έγκρισή σου! Η ζωή προχωράει και προχωράει μπροστά ανεξάρτητα από το σημείο που βρίσκεσαι εσύ…
Όλοι οι άνθρωποι, όμως, μήπως δεν τα βιώνουν αυτά; Δεν είσαι μόνος… Όσες φουρτούνες και να σου έρθουν εσύ αυτό που έχεις να κάνεις είναι να σταθείς στα πόδια σου, εκεί στο ύψος των περιστάσεων, και να γίνεις ο κυματοθραύστης και να ξεπερνάς κάθε φορά τα όρια σου… Να γίνεσαι κάθε φορά καλύτερος, δυνατότερος… Μάθε να είσαι ένας ελεύθερος άνθρωπος με ιδανικά κι ελεύθερη βούληση να παλεύει για τα ιδανικά του και να νοιώθει έντιμος με τον ίδιο του τον εαυτό…
Μόνο όταν νοιώθεις πως έχεις την αξιοπρέπειά σου και την ηρεμία σου νοιώθεις δυνατός κι έτοιμος ν* ανταπεξέλθεις στις δυσκολίες και τις δοκιμασίες που σου βάζει η ζωή… Γιατί αυτές δεν έχουν τελειωμό! Κάθε φορά όταν έρχεται κι ένα κύμα τότε μαζί του έρχεται και η κάθαρση! Νοιώθεις ακόμα πιο δυνατός, νοιώθεις πως είσαι ακόμα πιο ώριμος … Την επόμενη φορά που θα έρθει κάτι ακόμα πιο δυνατό θα είσαι καλύτερα προετοιμασμένος! Όταν η ζωή σου φέρνει δυσκολίες μην φοβάσαι, μην δειλιάζεις, πολέμα όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα!
Η ζωή πάντα ξέρει καλύτερα! Αν ήρθε στην ζωή σου μία θύελλα πολέμησέ την … Μην ρωτάς, μην ζητάς εξηγήσεις, απλά πολέμα! Αν κερδίσεις, θα έχεις πάρει δύναμη, θα είσαι πιο δυνατός … Αν χάσεις, θα έχεις πάρει ένα μάθημα, θα είσαι δηλαδή σοφότερος! Κοίταξε γύρω σου: όλοι οι άνθρωποι έχουν μπόρες στην ζωή τους, όμως, τι νομίζεις πώς κάνουν, πώς τα παρατάνε; Όχι, η ζωή δεν είναι μόνο τα καλά, τα ευχάριστα και τα εύκολα… Άλλωστε αν η ζωή είχε μόνο την καλή της πλευρά, πώς θα την εκτιμούσαμε; Θα πλήτταμε… Θα γινόταν ανιαρή, μια ευθεία χωρίς διδάγματα, χωρίς σκέψεις και προβληματισμούς! Δεν θα την εκτιμούσαμε τόσο, θα ήταν αρκετά δεδομένη για να την πάρουμε στα σοβαρά και για να την εκτιμήσουμε όπως της αξίζει!
Έτσι έχει ένα νόημα, αποκτά μία άλλη διάσταση! Μπαίνεις στην διαδικασία της σκέψης, της εμβάθυνσης και της αυτοκριτικής… Μπαίνεις σε μία διαδικασία ανάλυσης του εαυτού σου, του κόσμου γύρω σου και, γενικότερα, της ζωής! Σκέφτεσαι: “γιατί μου συμβαίνει εμένα αυτό”, “πού έφταιξα και γιατί”, “πώς μπορώ να διορθώσω τα πράγματα κι αν μπορώ να τα διορθώσω”, “αν όχι, ίσως, πρέπει ν* αλλάξω τον τρόπο σκέψης μου, τον τρόπο ζωής”… Γιατί, για να συμβαίνει αυτό ίσως η ζωή να θέλει να μου δώσει ένα μάθημα, να πρέπει να μάθω κάτι απ* όλο αυτό! Η ζωή είναι για τους αγωνιστές… Κερδισμένοι, χαμένοι δεν υπάρχουν: όλοι κάτι κερδίζουμε κι όλοι κάτι χάνουμε!
(εμπνευσμένο από τους στίχους: Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: “θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;” Πολέμα!)
Δημιουργός: Θάνου Νατάσσα ( Πειραιά )
.Η Ευτυχία…

-<Η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο, ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας. Τίποτα άλλο>
-Τι νόημα έχουν τα σοφά σου λόγια, μεγάλε μου ποιητή, συγγραφέα , φιλόσοφε , στοχαστή, γίγαντα της Λογοτεχνίας μας: το συναίσθημα της ευτυχίας, απαρτίζεται από απλές στιγμές, που γεμίζουν την ψυχή από γαλήνη ηρεμία.
-Στην σημερινή εποχή, ο άνθρωπος ,δεν είναι ευτυχισμένος, δεν εκτιμά τις στιγμές, το να έχει τα βασικά και να μπορεί να συντηρείτε , ένα ποτήρι κρασί, να του δροσίζει τον ουρανίσκο, ένα κάστανο να του δίνει την γεύση του, ένα φτωχό μαγκάλι για την ζέστη του, η βουή της θάλασσας, να γεμίζει την ακοή , με το γαλήνιο τραγούδι της, χαρίζοντας την γαλήνη και ηρεμία της ψυχής του.
-Το <Θέλω> του σημερινού ανθρώπου, χάνει την ευτυχία των στιγμών, αναζητώντας, τα πολλά.
-Η συνεχόμενη αναζήτηση, ένας φαύλος κύκλος, που δεν έχει τέλος . Ένας λαβύρινθος χωρίς διέξοδο. Ένα τούνελ χωρίς το φως .
-Το φως που φωτίζει την καρδιά και γεμίζει την ψυχή, από χαρά και ευχαρίστηση. Χωρίς το φως μέσα στο σκοτάδι, παλεύει, τα χέρια χάνονται στο κενό …Η ψυχή στο σκοτάδι… Η ευτυχία στον βωμό του σκότους…
-Ζει με την αγωνία, χάνοντας την ψυχική ηρεμία και κατά συνέπεια την γαλήνη της ψυχής του.
-Οι στιγμές, χάνονται μέσα στον βούρκο του χρήματος, πεθαίνουν στην αναζήτηση, λιμοκτονούν απ την έντονη επιθυμία…
-Η συνεχόμενη πάλη μέσα στο ρινγκ της αναζήτησης, γεμίζει με αμυχές, χαράζεται από πληγές, χάνει τις αισθήσεις του, παλεύει για την ζωή…
-Ο μόνος που θα εκτιμούσε, το ένα ποτήρι κρασί, είναι αυτός που δεν μπορεί να το αγοράσει, θα χαιρόταν και θα πλημύριζε από την πλούσια γεύση του, σαν ημίθεος πίνοντας το νέκταρ…
-Αυτός που θα ευχαριστιόταν από ένα κάστανο, είναι αυτός που δεν έχει να φάει, θα το έτρωγε, και θα πλημύριζε από την γεύση του, θα γέμιζε η καρδιά του από την χαρά, η ψυχή του θα δόξαζε τον Θεό…
-Το φτωχικό μαγκαλάκι, θα το ήθελε ο άστεγος , που ξεπαγιάζει στο παγωμένο παγκάκι, που το κρύο του διαπερνά τα κόκκαλα, που το ρίγος σκορπίζει τα κύτταρα!!
Πόση θαλπωρή και ζεστασιά στην καρδιά του, το φτωχό μαγκαλάκι, πόσο άσχημο για σένα που τα έχεις όλα!!
-Η βουή της θάλασσας, σε συνοδεία με τον μαέστρο τον άνεμο, το <σπλάτς>, στην άκρη της θάλασσας, το αγκάλιασμα με τον βράχο. Το προσκύνημα στα πόδια της άμμου… αγκαλιάζοντας τα και φιλώντας τα!!
-Ποιος θα άκουγε την βουή, της παραπονεμένης θάλασσας, που εκλιπαρεί την άμμο, για λίγο αγάπη;
-Ποιος θα ευχαριστιόταν με αυτή;
-Ποιος θα χανόταν στην όμορφη μελωδία της;
-Μπορεί όλοι !!
-Αλλά για λίγο!!
-Ο νους θα κυριευόταν ξανά από τις σκέψεις…
-Θα τον έριχναν, στον αγώνα δρόμου, μιας συνεχόμενης κούρσας…
χωρίς τέρμα, χωρίς τον κότινο της επιτυχίας!!
-Ο μόνος που θα γέμιζε από: <ευτυχία>, είναι αυτός που δεν θέλει πολλά… σαν τον ονειροπόλο ποιητή, που όλοι έχουμε μέσα μας, που χάνεται στην βουή της θάλασσας, στο απέραντο γαλάζιο της, η ψυχή του ανεβαίνει ψηλά στα σύννεφα , χάνεται μέσα σε αυτά …

Δημιουργός: Καπελλάκη Νικητούλα ( Χανιά Ελλάδα )
.Όσα δεν είπες…
Ανοίγω τα μάτια μου. Τα ξανακλείνω. Κι αυτό γίνεται κάμποσες φορές. Μπροστά μου ο χάρτης. Τόσα ταξίδια θέλησα να κάνω και δεν ξεκίνησα ακόμα. Από πού ν* αρχίσω. Μαζεύω όση δύναμη έχει απομείνει στην ψυχή μου… Τόσα που με βρήκαν… Ισπανία, Κίνα, Ρωσία… Κανένα δεν έχω να μοιραστώ τα βάσανά μου. Κανένας δεν απόμεινε μήτε πατέρας, μήτε μάνα, μήτε αδελφός… μόνο η ρίζα του πρώτου, η ευχή της δεύτερης και το ζεστό χαμόγελο του τελευταίου. Στέκομαι αναποφάσιστος. Από πού ν* αρχίσω. Απ* την αρχή ξανά…
Μάλωσα με το Θεό, μάτωσα κι ούτε οι κόκκοι της άμμου δεν καταδέχτηκαν να μετρηθούν με τα λάθη μου μα ούτε με τα δάκρυά μου. Ένας φτωχούλης είμαι που γύρεψα παρηγοριά από της Παναγιάς το στέρεο βλέμμα.
_Μάνα, λέω και νιώθω την ανατριχίλα της ατέλειωτης απελπισίας. Φτωχούλης είμαι… Μίλησέ μου για τον πλούτο της ζωής και μη μ* αφήνεις μόνο στη γύμνια του θανάτου. Ας καρτερεί… Κρατάω αποστάσεις από καθετί που με σκοτώνει. Ησυχία…
_Ποιος, ποιος είναι που μου μιλεί.
_Όταν φοβάσαι πρέπει να προσπαθείς να κοιτάξεις το φόβο κατάματα. Τότε αποκτά κι εκείνος μάτια και σε κοιτάει. Ύστερα σαν του μιλάς αποκτά κι αυτός στόμα και σου μιλά. Μετά ματιά στη ματιά, κουβέντα στην κουβέντα πιάνει τα χέρια που του απλώνεις και γίνεστε ένα κι έτσι δε θα φοβάσαι πια παρά μόνο τον εαυτό σου. Αυτό όμως λέγεται κι αλλιώς ευθύνη.
_Μπορείς.
_Ποιος είναι που μου μιλεί.
_Ψάξε…
Και τότε η φωνή, απόκοσμα, σαν να έχασε την υπομονή της, αρχίζει να μιλεί χωρίς ανάσα, χωρίς σταματημό κι ακούω τρομαγμένος σαν να ήρθε το τέλος του κόσμου.
_Αφού μπορείς κι ελπίζεις χωρίς να χάσεις το μυαλό σου από την άρνηση και την κακία των άλλων που νοιάζονται καθόλου… Αφού δε χάνεις την πίστη σου κι αν ακόμη είσαι μόνος που πιστεύεις και δεν αφήνεις να εμποδίσουν το βάδισμα οι αισθήσεις… Αφού έχεις τη δύναμη να σηκώνεις αγόγγυστα το βαρύ φορτίο της υπομονής, αν λιποψυχάς, το χαμόγελό σου καθόλου να μη σε εμποδίζει και αφού μπορείς ν* αγαπάς ακόμα και αυτούς που δε σ* αγαπούν το ίδιο μ* αυτούς που σ* αγαπούν… Και να νιώσεις το ίδιο γυμνός όπως την πρώτη μέρα που γεννήθηκες όσα πλούτη και να* χεις… να νιώθεις το ίδιο μικρός όπως, όταν παιδί ακόμη δεν έφτανες το πόμολο της πόρτας του σπιτιού σου, μα νιώθεις το ίδιο γαλήνιος, όπως μετά την καταιγίδα, όπως την τελευταία στιγμή της ζωής σου. Αφού μπορείς τη γνώση που κλαδεύεις την κάθε μέρα που τελειώνει να τη φυλάς σαν πολύτιμη σταγόνα ζωής, όταν το νερό της αλήθειας θα έχει σωθεί κι εσύ στο έλεος της ερήμου βρίσκεσαι. Σκέψου, ονειρέψου, αγάπα κι όταν μείνεις μονάχος σου και κανείς δεν υπάρχει να του μιλήσεις, κανείς να τον κοιτάξεις μες στα μάτια γύρεψε τον ταπεινό αντικατοπτρισμό σου σ* ένα ρυάκι να μετρήσεις τι σου απόμεινε. Πρώτα στα μάτια, έπειτα στις γραμμές γύρω από το στόμα, στο μέτωπο και τελευταίο άφησε τη φλέβα στο λαιμό που σαν δίκαιος κριτής αποδίδει το δίκιο του χρόνου. Αφού τα μπόρεσες όλα αυτά δεν είσαι μόνος σου. Είσαι μονάχα μια ακατέργαστη πέτρα που το λίστρο του χρόνου θα λειάνει…

Χανιά, 2017 Καπελλάκη Νικητούλα
Δημιουργός: Κατσανά Κωνσταντίνα ( Ηράκλειο Κρήτης-Ελλάδα )
. Οι μέρες -Ημέρες στο φως

Κυριακή, 3/9/2017

Έτσι ξαφνικά –πρέπει να- παίρνονται οι μεγάλες αποφάσεις, αλλά και οι μικρές –σαν κι αυτή- μέχρι να αποδειχτούν σημαντικές ή το αντίθετο. Μέχρι να ναυαγήσουν και οι πιο μεγάλες ελπίδες σου, κι οι πιο καλά μέσα σου στεριωμένες πεποιθήσεις˙ για το τι πιστεύεις, τι θέλεις, τι νομίζεις ότι πιστεύεις, τι νομίζεις ότι θέλεις, τι ψέματα λες στον ευατό σου για να του δίνεις τροφή να ανοίγει τα μάτια το πρωί και να τα κλείνει μόλις σβήσουν τα φώτα της ημέρας και μείνεις μόνος σου με τ* άστρα. Εσύ, τ* αστέρια, το φεγγάρι και ο ατελείωτος αγώνας να αποφύγεις τον εαυτό σου. Να κρυφτείς πίσω από ίσκιους και σκιές, κάτω από τον απέραντο ουρανό, με κεντημένα άτακτα επάνω του τ* αστέρια.
Λυγαριά... Χρώματα όμορφα... Διάθεση χαλαρή...
Το κορμί μου το καίει ο ήλιος.
Τα πάντα σε ρυθμούς αργούς...
Οι ματιές, οι ανάσες, οι σκέψεις, η καρδιά.

19 Σεπτεμβρίου σήμερα,
κι ο χρόνος να κυλάει σαν νερό. Σαν μια αστραπή μου φάνηκε η πορεία μου μέχρι εδώ. Κι όμως, σαν ήμουν –στιγμές μονάχα- μέσα στη θύελλά της, πίστευα πως δε θα βγω ποτέ από αυτή. 19 Σεπτεμβρίου σήμερα... Το 2017... Κι εγώ εδώ. Πώς βρέθηκα εδώ; Πού βρέθηκα εδώ; Μυστήριο όλα, ακόμη κι όσα εμείς «συνειδητά» θαρρούμε πως τα αποφασίζουμε. [...]
Το μετά; Άγνωστο, αβέβαιο, με τρομάζει (;). Δε θα* πρεπε, όμως, αυτό να με τρομάζει! Αντίθετα, θα* πρεπε να λέω «Άγνωστο; Δωσ* του και πάμε!».
Αυτό είναι το κακό με τα λόγια... Που δεν είναι λίγες οι φορές που αυτά απέχουν πολύ από τις πράξεις. Δύο άλλοι κόσμοι, παράλληλοι πολλές φορές, δίχως σημείο επαφής για να συναντηθούν.
Είμαι μόνη μου. Τώρα πια το νιώθω. Είμαι μόνη μου. Και όχι απλώς χωρίς κάποια σχέση. Ναι, μόνοι μας είμαστε στη ζωή. Μόνοι μας. Και ίσως, καλό θα ήταν ο κάθε ένας από εμάς γρήγορα μέσα του αυτή την αλήθεια καλά να νιώσει.
Τέσσερις μήνες κι, όμως, η αντίληψη του χρόνου συνεχώς μέσα μου παράξενα πρόσωπα παίρνει.
Πού ήμουν πριν;
Τι σκεφτόμουν πριν;
Πώς ένιωθα;
Τι με απασχολούσε;

Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να θυμηθώ –ή ίσως και να μην το θέλω.

Πώς αλλάζουν οι άνθρωποι;
Πώς αλλάζεις εσύ...
Πώς άλλαξα;
Δε θυμάμαι τίποτα.
Τι να θυμηθώ;
Δε νιώθω τίποτα.
Πώς να νιώσω;
[...] Άραγε πού χαράζονται οι μνήμες και οι ζωές των ανθρώπων με πιο ανεξίτηλη μπογιά; Σε τετράδια, σε βιβλία, σε φωτογραφίες ή στις καρδιές μας;

Καλημέρα,
Ώρα 06:50
Τρίτη, 19/09/2017

*Το πεζό κείμενο που επιλέχθηκε, αποτελεί αναλλοίωτο απόσπασμα προσωπικού ημερολογίου από τις ημέρες του φετινού καλοκαιριού, το οποίο και έζησα/βίωσα έχοντας πάντοτε στη σκέψη και την καρδιά μου τη γεύση από τον Βίο και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, τα χρέη της Ασκητικής και το πείσμα του Καπετάν Μιχάλη.
Δημιουργός: Κιαγιάς Γιώργος ( ΧΑΝΙΑ, ΕΛΛΑΔΑ )
.Και τι είναι ο άνθρωπος?
Χώμα με δάκρυα και μια υποψία ελπίδας.

Και ποιος είναι ο δρόμος του?
Δρόμος του είναι ο ανήφορος,
όχι όπως του υποζυγίου που βαρυγκωμά,
αλλά ο συνειδητός με κάθε βήμα προς τα πάνω,
ανάγκη και ανακούφιση συνάμα.

Και που οδηγά ο δρόμος?
Οδηγά στον ανήφορο άνθρωπε, πάνω από σένα.
Δημιουργός: Κουκάρας Κωνσταντίνος ( Μυτιλήνη )
.Τούτο που βαστώ στα χέρια μου δεν είναι βιβλίο και εκείνος δεν είναι συγγραφέας. Είναι ψυχή που νίκησε την ανυπαρξία και σώθηκε στον άπειρο χρόνο. Ψυχή ζωντανή που υπάρχει πάντα. Τα μελλούμενα και τα περασμένα συμβαίνουν τώρα. Τώρα που ανοίγω το ‘*Βίο και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά**. Τα μάτια μου δεν συναντούν λέξεις και προτάσεις. Ανταμώνω με ψυχές. Είναι νύχτα και ξαπλώνω στο ακρογιάλι της Κρήτης. Αντίκρυ μου ο Ζορμπάς σκορπάει στον αέρα τις μελωδίες του. Όταν αφήνει το σαντούρι του, σηκώνουμαι και χορεύω μαζί του. Ο Νίκος δίπλα σίγουρος, πλημμυρισμένος από ευτυχία. Έχει σφραγίσει την ψυχή του μέσα σ*αυτήν την στιγμή, και η καρδία του είναι γαλήνια και ζωντανή σαν τη θάλασσα, συντονισμένη με τον ήρεμο παφλασμό των κυμάτων. Καταλαβαίνω πως δεν αναγνώσκω απλά ένα βιβλίο. Κάνω μια πράξη πιότερο ιερή και ανώτερη. Τραβιέμαι σ* έναν ατέρμονo χορό αυτόφωτων ψυχών στο μαύρο πέπλο του σύμπαντου.

Λύκειο ακόμα, θυμάμαι να απορρίπτω ο άμυαλος τις προσπάθειες του πατέρα μου να με μυήσει στον Καζαντζάκη. Για χρόνια τα βιβλία τα τρωγε η σκόνη στα ράφια. Μέχρι τώρα. Φέτος κάτι άλλαξε μέσα μου, η ψυχή μου μέστωσε, αλλίωτεψε και μόνη της δέχθηκε το κάλεσμα. Το μυαλό μου καταβροχθίζει τις γιομάτες νόημα και βάρος λέξεις του και η καρδιά μου σκιρτά, χτυπά γοργά και ζητά αχόρταγα περισσότερα και τα πάντα. Γνωρίζω αυτόν τον εραστή της ελληνικής γλώσσας, που την χειρίζεται τόσο αριστοτεχνικά και λιτά, θαρρείς και δεν είναι λέξεις αυτές που γράφει, μα πηλός που σαν τεχνίτης τον πλάθει όπως θέλει και φτιάνει ένα δοχείο για να σφαλίσει μέσα την ψυχή του. Και όποτε κάποιος πιάνει στα χέρια του αυτό το δοχείο, του δίνει μια, το σπάει, ξεχειλίζει, ελευθερώνεται η ψυχή του δημιουργού, μπαίνει στο σώμα του αναγνώστη και μαζί οι ψυχές τους γίνονται ένα, ακολουθώντας πια κοινή πορεία. Και όποιος δεχθεί το κάλεσμα αυτό, μετουσιώνεται σε κάτι καινούργιο, βγαίνει απ*το κουκούλι του, και είναι πιο λεύτερος και ποτέ ξανά δεν είναι ο ίδιος. Όταν ολοκλήρωσα το πρώτο του βιβλίο, μέσα σ*όλη την εσωτερική μου αλλαγή ένιωσα και τούτο: Δεν θα κατάφερνα πότε να γίνω συγγραφέας όπως είχα όνειρο νεότερος. Αργότερα κατάλαβα πως δεν χρειαζόταν. Όπως λέγει και ο ίδιος απλά, θέλει να “Αφήνω την καρδιά μου να φωνάζει.**

Είδα τον Χριστό να ξανασταυρώνεται, χόρεψα με τον Αλέξη Ζορμπά και τώρα ταξιδεύω στην Ισπανία. Όμως ξέρω πως έχουμε κινήσει μαζί για ένα άλλο, μεγαλύτερο ταξίδι. Θα μεταλάβω τις ιδέες του. Ιδέες που δεν γεννήθηκαν όταν πρωτοαποτυπώθηκαν στο χαρτί άλλα προϋπήρχαν από πάντα και καρτερικά περίμεναν το σωστό χρόνο, το δόκιμο μυαλό, να εκφραστούν, να πάρει μορφή η ουσία τους στις κατάλληλες λέξεις ώστε οποιοσδήποτε να μπορεί να τις δεχθεί και να τις κατανοήσει. Είναι αυτός που ανοίγει το παράθυρο από τον κόσμο μας στον κόσμο των ιδεών, οδηγώντας το τώρα στο παντοτινό και τον άνθρωπο στο πνέμα. Τα λόγια του άλλοτε γαλήνια μπολιάζουν με τρυφεράδα στην ψυχή μου. Και άλλοτε γίνονται χείμαρρος φοβερός, που ξεχύνεται με ορμή να σπάσει τα φράγματα της λιμνάζουσας ψυχής μου και να την συμπαρασύρει μαζί του στην απέραντη θάλασσα.
Δημιουργός: Μαυρακακη Αντωνία ( Χανιά Ελλάδα )
.Μία αστραπή είναι η ΖΩΉ ...
Μα προλαβαίνουμε!!!!!!!
Δημιουργός: Μιχάλογλου Παναγιώτης-Γιώργος ( Ρέθυμνο - Ελλα΄δα )
.Δεν έχω γνωρίσει, Δάσκαλε, πιο άρτιο πολεμιστή του λόγου από σένα. Άλλον προσκυνητή του ανέλπιδου να γιομώνει το χαρτί και την ύλη με τα πιο στέρεα εμβάσματα της καρδιάς. Λέξεις χιλιοειπωμένες και περίσσιες, στο δικό σου χέρι αποκτούν καινούργιο νόημα κι αξία, υφαίνοντας ξανά την πλοκή της πιο αρχαίας τραγωδίας: Της αναζήτησης του Αόρατου, της Λύτρωσης.

Έτσι είναι ο λόγος σου, καυτός, και κατεβαίνει απ' τα μελίγγια μου και πάθος ασίγαστο με συνεπαίρνει, που μόνο η πράξη, η γυναίκα κι η μυστηριακή αγαλλίαση μπορούν να σβήσουν.
Έννοιες ανυπόταχτες σαν τη ζωή, το θάνατο, τη λευτεριά, τον πόλεμο, καμωμένες απ' τα πιο πύρινα κι αρχέγονα πνεύματα των Ανθρώπων, και σφυρηλατημένες στα υπόκωφα καμίνια των πιο καθαρών στοχαστών και γνήσιων φιλοσόφων, αναγεννιούνται μέσα από τις στάχτες μιας μακρόχρονης παράδοσης θεοφόρων σαν και του λόγου σου. Μεστωμένες με τον κάματο του εργάτη της αβύσσου, που ξαγρυπνάει ολονυχτίς και πελεκάει ολημερίς στη μέση της ερήμου να βρει νερό, να ποτίσει τ' αδέλφια, να χτίσουν μαζί ναούς και Πόλεις, ν' αγγίξουν την ένωση.

Δεν σου κρύβω πως ένιωσες σα μάγος του παλιού καιρού ό,τι βαθυστάλλαχτο με δένει με τον κόσμο· όλα εκείνα τα απαρνημένα ξόρκια τα μαυλιστικά που ψέλνουν οι ιερείς με τα λευκά τους άμφια στη σεμνή τελετή του Ονείρου. Εκείνη όπου ο άσωτος υιός, ο Εωσφόρος, στέκει πλάι στην κεφαλή του τραπεζιού, δεξά του Κύρη του, και αφού ψάλλει το Πάτερ ημών, σερβίρει το μόσχο το σιτευτό σ' ολόκληρη την πλάση, δίχως να μείνει για ‘κείνον τίποτα.
Αυτή 'ναι για μας, Δάσκαλε, η ύψιστη δόξα: Να έχουμε θέση στο αρχοντικό τραπέζι του Κυρίου, να σερβίρουμε και να χαιρόμαστε με τη χαρά των άλλων. Ν' απομένουμε νηστικοί και να μη κλαψουρίζουμε με τη κλάψα της κοιλιάς μας, παρά να γελούμε και να τραγουδούμε που φτάσαμε ως τα εδώ: στο τελευταίο δείπνο, σ' ένα μεγάλο τραπέζι, όπου χωρούνε όλοι κι είναι ευτυχείς.

Μια μέρα θα ταξιδεύουμε χωρίς καράβι, χωρίς πανιά, χωρίς θάλασσα, χωρίς κορμί. Λεύτεροι. Αλήθεια, Δάσκαλε. Και θα βρούμε στην άκρη της Παράδεισος ένα κουτσουρεμένο ανθρωπάκι, γυμνό, απ' τις Ινδίες, να φυλάει μια πόρτα. Θ' αφήσουμε τα όπλα χάμω, θα βρούμε ένα πανί λευκό να πλυθούμε από τα αίματα και θα το ασπαστούμε με ευλάβεια. Εμείς όμως δε θα σταθούμε στη θύρα. Εμείς θα ζωγραφίσουμε ένα όμορφο, κρυφό παραθύρι στην Παράδεισο, να κατεβαίνουν πότε-πότε οι αγγέλοι να βοηθούν τους ανθρώπους στο έργο της ζωής και της πίστης. Εμείς δεν έχουμε θέση πλάι στον Φωτισμένο, Κύριε. Εμείς βιαζόμαστε να φέρουμε τους ανθρώπους στα πρώτα σκαλιά που οδηγούν εδώ: σ' όλα τα όμορφα, σ' όλα τα δίκαια, σ' όλα τ' αληθινά· σ' όλα εκείνα που έχουμε από παιδιά ονειρευτεί βαθιά μέσα μας.

Σ' ακολουθώ μ' εμπιστοσύνη και δε φοβάμαι. Όχι για λόγους περίσσιας δύναμης προσωπικής, αλλά γιατί ξέρω πως ακόμα και στο τέλος τίποτα δεν έχει χαθεί. Δεν είναι ο θάνατος η καλή αντάμωση, είναι το καλώς σε βρήκα... όπως ήταν πάντα για μας το μήνυμα του Χριστού.

Δημιουργός: Μπούρας Κωνσταντίνος ( ΑΘΗΝΑ-ΕΛΛΑΔΑ )
.Δίδυμοι ασκητές: Ο Παπαδιαμάντης συναντιέται με τον Καζαντζάκη

Από τον ποιητή και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Εκεί στη φωτεινιά των αιθέριων πεδίων, στη Νήσο των Μακάρων εσυναντήθηκαν οι δίδυμοι ασκητές Παπαδιαμάντης και Καζαντζάκης ενόσω έκαναν τον πρωινό περίπατό τους κρατώντας ο ένας το βιβλίο του άλλου: τη «Φόνισσα» ο Καζαντζάκης, την «Ασκητική» ο Παπαδιαμάντης. Απαγγέλλουν με ενδιαφέρον και ζέση πολλή:

Ο Παπαδιαμάντης αγαπάει αυτό το κομμάτι:
**Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει, μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης. Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω με ποιους νόμους αρμολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισμοί που ανεβαίνουν από την πυρωμένην έρημο του νου, τι αξίαν έχει; Ένα μονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, τι είναι το μυστήριο που με γεννάει και με σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσμου κρύβεται μια αόρατη ασάλευτη παρουσία. Αν ο νους δεν μπορεί, δεν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα από τα σύνορα την ηρωικήν απελπισμένην έξοδο, να *ταν να μπορούσε η καρδιά μου! Πέρα! Πέρα! Πέρα! Πέρα από τον άνθρωπο ζητώ το αόρατο μαστίγι που τον βαράει και τόνε σπρώχνει στον αγώνα**.

Κι ο Καζαντζάκης λατρεύει το τέλος της «Φόνισσας»:
**Η Φραγκογιαννού απείχεν ακόμη ως δέκα βήματα από τονΑϊ- Σώστην. Δεν είχε πλέον έδαφος να πατήση• εγονάτισεν. Εις το στόμα της εισήρχετο τοαλμυρόν και πικρόν ύδωρ. Τα κύματα εφούσκωσαν αγρίως, ως να είχον πάθος. Εκάλυψαν τους μυκτήρας και τα ώτα της. Την στιγμήν εκείνην το βλέμμα της Φραγκογιαννούς αντίκρυσε το Μποστάνι, τηνέρημον βορειοδυτικήν ακτήν, όπου της είχον δώσει ως προίκα ένα αγρόν, όταν νεανίδα την υπάνδρευσαν και την εκουκούλωσαν, και την έκαμαν νύφην οι γονείς της. — Ω! να το προικιό μου! είπε. Αυταί υπήρξαν αι τελευταίαι λέξεις της. Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατο εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης**.

Τότε αμφότεροι με μίαν φωνήν ανέκραξαν, Παπαδιαμάντης και Καζαντζάκης: «Βρε, ετούτο είναι τω όντι κάτι… είσαι μεγάλος τεχνίτης! Θα ήθελα να το είχα γράψει εγώ αυτό!!!». Κι αμέσως εναγκαλίσθησαν ο ένας τον άλλον κι έκλαυσαν κι εγέλασαν πολύ με τα πάθη και τις συσκοτίσεις των ανθρώπων. Διότι, ηξεύρετε, από εκεί ψηλά όλα εδώ φαίνονται διαυγή και καθαρά, και τα θολά, και τα ρυπαρά εκείνα, άτινα μας κάνουν να εντρεπόμεθα και να γυρίζουμε τα μέσα έξω και να ξερνάμε τα σωθικά μας στη λάσπη: χολή και αίμα, βρώμικο, γλοιώδες, γλυκερό… Παιχνίδι είναι όλο τούτο και το πήραμε στα σοβαρά και παθιαστήκαμε και μισήσαμε κι αγαπηθήκαμε και λησμονήσαμε πως είμαστε προσωρινοί εδώ, σε αυτή την πέτρα τη ριγμένη στην άκρη του Γαλαξία, μακριά από τον σκοτεινό και τρομερό ρούφουλα που είναι όλο Φως στο Βάθος και Γαλήνη και Μνημοσύνη κι Αλήθεια κι Ομορφιά.

Οι δίδυμοι ασκητές απομακρύνονται πασιχαρείς αγκαλιά σιγοτραγουδώντας τη μελωδία από τον κινηματογραφικό «Ζορμπά».

Κωνσταντίνος Μπούρας
Δημιουργός: Ντουλάκη Ρόζμαρη ( Ζυρίχη Ελβετια )
.Τ αηδόνι
Ο τροβαδούρος του ουρανού εσώπασε σαν έμαθε ότι τόσοι αφήνουν το τόπο τους και φεύγουνε,πετούν για άλλα μέρη, βαδίζουν σ* άλλα μονοπάτια και φεύγουν μακριά απ* της μάνας τους την αγκαλιά.

Ο τροβαδούρος του δειλινού εδάκρυσε σαν ένιωσε το πόσο πονούνε και κρυώνουνε στη ψυχή,όσοι με τη σκέψη τους σ* άλλα μέρη γυρεύουνε αγάπη, ελπίδα και ευτυχία να βρούνε.
Μα σα ο νους φτερά βγάνει και η ζωή σ* άλλα μονοπάτια σε πάει, τράβα, αγάπα, γέλα και άσε τ*αηδόνι σου να σου θυμίζει που ξεκίνησες, που έφτασες και που θα κλείσεις το ταξίδι αυτό της ξενιτιάς.

Γλυκόπικρα θα ‘ναι τ* όνειρα και οι κάβοι μας λυμένοι για να ψάχνουν την Ιθάκη μας την ξενιτεμένη...

Χλωμά θα ‘ναι τ *άστρα που τα δάκρυα μας θα κρύβουν, ψάχνοντας το δρόμο της καρδιάς σε μια πατρίδα ξένη...

Η αγάπη, ναι η αγάπη είναι αυτή που θα σε πονέσει όσο θα σε συμπονήσει, η αγάπη είναι αυτή που θα σε καθορίσει όσο θα σε αφανίσει, η αγάπη που θα σε οδηγήσει τόσο στην αφάνεια όσο στη λύτρωση, εδώ, τώρα και μετά…

Αέναος ο κύκλος της ζωής, άφατο το βάθος της ψυχής…
Δημιουργός: Τάσσης Ιωάννης ( ΑΘΗΝΑ ΕΛΛΑΔΑ )
.Ωδή στο Εργο του Ν. Καζαντζάκη

Πουλιά μας είπες, πουλί και συ... γυπαετός θαρρώ.
Πουλί περήφανο και ταξιδιάρικο ανάμεσα στσι ομορφιές τσι Γης και τ’Ουρανού,
μα κι όρνεο που κατατρώγει τσι άχρηστες για τη ζωή τσι σάρκες.
Έκαμες πως δεν εμπόρουνες να τα συντεριάξεις ετούτα τα δυο.
Με σταύρωνες για να πονώ μα και για να τεντώνουμαι, να γίνουμαι μακρύτερος.
Με λύτρωνες με τα γλέντια σου και με τσι ζαβολιές σου στσι ακροθαλασιές.
Μου’μάθενες να γεύουμαι όμορφα τη σάρκα μα και το Πνέμα της.
Μ’έπαιρνες μ’ανέβαζες στα βουνά στσι μοναξιές, ακρίτα, πολεμιστή, σ’αιματοβαμμένους από Ιδέες και θύμησες τόπους, να στέκου μονάχος μου... παγωμένος, ξαρμάτωτος και να σε ψάχνω να με λυτρώσεις, μα του κάκου. Κι εκιά αγωνιώντας ελυσσομάνουνα και περπάτου τσι κορφές και σε ευγνωμονούσα για όλα τούτα τα θάματα.
Κι όταν ενόμιζα πως ετούτος ο χρυσός Κριγιός ήμουν εγώ μού’δωνες μια στα καπούλια και με απέχθεια ξανασερνόμουν στσι γης τη λασπουριά.
Κι ύστερα πάλι... την επιθύμουνα τη λασπουριά, και πολλές φορές χωνόμουν και μέσα τσι για να κρυφτώ απ’ τ’άτιμο το φως... που είναι εκεί για να μας θυμίζει την αχαροσύνη και την ασχήμια μας.
Και όταν πια τίποτες δε μ’εμπόδουνε απ’το ν’αφήκω την τελευταία μου πνοή στη σπιλωμένη τούτη φύση και να ξοκύλω απ’το μουχλιασμένο κορμί μου, εσύ μ’έκαμνες πεταλούδα κι άφηνα οπίσω μου το κουφάρι τσι κάμπιας, κι εφύσουνες για ν’αρχινίξω ταξίδι και να γευτώ τσι ομορφότερες ευωδιές του κόσμου, βουτώντας σ’όλα τα λούλουδα απού προλάβαινα, γιατί δε γελιώμουν, και το κάτεχα πως σύντομα θα χαθώ όπως κάθε τέτοιο αρχοντικό πλάσμα.
Και πέθαινα και ματαγενιόμουν και μάθουνα και ξέχνουνα, μα όμως αρχίνιξα να σ’ ευγνωμονώ γιατί τα ποδάρια τσι καρέκλας μου σάπιζαν χωρίς εμένα επάνου ντσι κι οι τοίχοι του σπιθιού μου εξεφλούδιζαν απ’την αμέλεια τ’αφέντη απού δεν εμπόρουναν να κρατήξουν μέσα ντους.
Πουλιά μας είπες, πουλί και συ ... γυπαετός θαρρώ.
Κι εκιά στην ακροθαλασσιά η μια φτερούγα διπλωμένη, χτυπημένη από ανθρώπινο τσι καρδιάς βόλι, κι άλλη απλωμένη στσι ψηλότερες κορφές του παραδεισένιου τόπου τσι Ψυχής... να χτυπιέται χαρούμενα και να μαδεί ένα ένα τα πούπουλά ντσι, προσφορά στον Κύρη-Ανεμο, τον Αρχοντα των κορφών.
Αλλοι με φύτεψαν και μ’έκαμναν ερπετόφυτο, μα τώρα μπολιάζουμαι, ποτίζουμαι, και λιπαίνουμαι, βγάνω ανθόφτερα και γίνουμαι σιγά σιγά ετούτο απού λες... Ζωντανός!
Δημιουργός: Φίλιππος ( )
.... Ο Καζαντζάκης είχε πει : « να αγαπάς την ευθύνη να λες : εγώ, εγώ μόνος μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω »

Αυτό σηκώνει σκέψη…

Ίσως το είπε για να κινητοποιήσει αυτούς που σκέφτονται…

Να ήθελε να γεμίσει ενοχή όσους δεν σκέφτονται πάντως είναι απίθανο.

Να ταΐζει όμως, την ιεραποστολική μανία μερικών να «σώσουν» τον κόσμο… είναι ένα ενδεχόμενο…

Όχι πως αυτή ήταν η πρόθεση του, απλά μια παρενέργεια…

Από την άλλη, υπάρχει αυτό που ιντριγκάρει πολύ: δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος…

Αυτά τα δύο αντιφάσκουν λίγο…

Γιατί πώς γίνεται να είσαι ελεύθερος όταν σε βαραίνει η σωτηρία του κόσμου, και η ευθύνη του χαμού του;

Και ούτε λόγος για όσους το παίρνουν τόσο σοβαρά που καταλήγουν στην ενοχή αν «αποτύχουν»…

Αλλά ακόμα και το «ήπιο χρέος», μάλλον σε βάζει στα πλαίσια της ανελευθερίας…

Αν εξαρτάς την ψυχολογία σου, έστω και λίγο , από το αν θα «σώσεις» τον
κόσμο, τότε δεν μπορεί να είσαι ελεύθερος…

Για να είσαι ελεύθερος, πρέπει αν χαθεί ο κόσμος να μην φταις εσύ…

Πρέπει να αφεθείς κι απ* τον όποιο φόβο ότι θα χαθεί, γιατί έτσι ο φόβος
γίνεται ο δεσμώτης σου…

Πρέπει να αφεθείς και από την ελπίδα. Την ελπίδα ότι θα προλάβεις τον τέλειο κόσμο. Γιατί έτσι, σε κυνηγάει το κίνητρο σου…

Κανείς δεν έχει την ευθύνη του κόσμου, ούτε το βάρος του μέλλοντος. Σίγουρα όχι μόνος του…

Και το να φέρεσαι σαν να* ναι δικά σου, είναι πολύ μακριά από το τρίστιχο του Καζαντζάκη…

Ελευθερία είναι να αναλαμβάνεις την ευθύνη του εαυτού σου, ή και την ανευθυνότητα…

Αν τα έχουν αυτά άλλοι, τότε η ελευθερία χάνεται…

Να είσαι ελεύθερος όμως, δεν σημαίνει ότι δεν θες αλλαγή, ή ότι δεν τη βοηθάς να*ρθει…

Ίσως απλά να αναγνωρίζεις ότι η πιο αποτελεσματική αλλαγή, είναι η αλλαγή του εαυτού σου. Η συνεχής αλλαγή του εαυτού σου προς το καλύτερο…

Και η απεξάρτηση από την ιδέα ότι πρέπει να αλλάξεις τους άλλους, ειδικά αν νομίζεις ότι θα γίνει με έντονη προσπάθεια και επιμονή, σε ελευθερώνει και αυτή από ψυχολογικές παγίδες…

Αν υπάρχει πιθανότητα να αλλάξουν ουσιαστικά οι άλλοι, αυτό θα γίνει μάλλον με το παράδειγμά σου.

Όταν νιώθουν ελεύθεροι να το ακολουθήσουν, και όχι όταν κάτι τους ψυχαναγκάζει.

Όταν και αυτοί είναι σε θέση να αναλάβουν την ευθύνη για τον εαυτό τους, και να αλλάξουν επειδή το θέλουν.

Η εξαναγκασμένη αλλαγή, όσο προς το καλό και αν είναι δεν πετυχαίνει, αφού δεν υπάρχει ελευθερία…

Και αυτή η σπάνια ομορφιά, πνίγεται τόσο συχνά από τις ομίχλες ...

Αυτές οι σκέψεις πάλευαν στη λογική της Αναστασίας, μιας νέας κοντά στα είκοσι, μέσα στην ήρεμη βουή του δάσους της ρεματιάς του Χαλανδρίου. Μια προχθεσινή συζήτηση τη σκανδάλιζε ξανά… Η συζήτηση, σαν πνευματική περιπέτεια, δεν βγάζει σωστά και λάθη, νικητές ή χαμένους… Αλλά μάλλον αλλαγμένους ανθρώπους. Και αυτή ήταν αλλαγμένη…
Ήταν πρωί Κυριακής, και πριν από λίγο είχε αρνηθεί στον εαυτό της την πρώτη της συμμετοχή στην κάλπη.
Δημιουργός: Φιλίππου Φίλιππος ( 1ης Απριλίου 30 Κάτω Λακατάμει )
.Τελευταίος πειρασμός
Η ίδια ένιωθε ότι είχε χάσει τα πάντα στη ζωή της. Από την μέρα που τη παράτησε το αγόρι της η ζωή της έπαψε πλέων να έχει νόημα για αυτή. Τι και αν είχε σχεδόν τα πάντα στη ζωή της! Γονείς , δουλειά, φίλους. Για αυτή όλα αυτά είχαν τελειώσει από τη στιγμή που την παράτησε το αγόρι της . Έτσι και η ίδια αποφάσισε να παρατήσει τα πάντα από τη δική της την ζωή. Αφού δεν μπορούσε να τον έχει αυτή, έτσι και αυτή δεν θα την είχε κανένας.
Πήγε να κλειστεί σε μοναστήρι. Από τη στιγμή που τον έχασε δεν έβρισκε καμιά άλλη διέξοδο στον πόνο και τον καημό της. Ήθελε να αφιερώσει την ζωή της μέσα στην προσευχή και την θρησκεία, μακριά από αγάπες, ηδονές και πειρασμούς. Πράγματι έτσι έκανε ή τουλάχιστο έτσι νόμιζε ότι έκανε. Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα πριν πάει στην εκκλησία για προσευχή έπαιρνε κρυφά το μικρό μπουκάλι με το αγαπημένο του άρωμα και το πετούσε στα στήθια της και στη συνέχεια στο λαιμό της. Ακολούθως έμπαινε στην εκκλησία και προσευχόταν με τα μάτια της κλειστά. Ήταν ίσως ο τελευταίος πειρασμός που της απέμενε!
Δημιουργός: Χατζηγιάννη Έλενα ( Αθηνα, Ελλαδα )
.ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ


Εξέτασε για ώρα μέσα της τα λόγια του σπουδαίου συγγραφέα και στοχαστή Νίκου Καζαντζάκη: «Μην ντραπείς που έπαιξες καλά και έχασες. Να ντραπείς που έπαιξες κακά και κέρδισες»...
Αναρωτήθηκε αυτή για πόσες φορές στο πέρασμα της ζήσης της έπρεπε να ντραπεί που έπαιξε κακά και κέρδισε. Αλήθεια κέρδισε; Πού είναι τώρα αυτά τα κέρδη; Τα γεύεται η ψυχή της;
Πόσες οι φορές άραγε που θυμάται πως μάτωσε πολύ ή λίγο σαν έπαιξε καλά κι έχασε;
Αλήθεια μάτωσε; Πού είναι τώρα αυτά τα αίματα; Σκουπίστηκαν και καθαρίστηκαν τότε κι εξαφανίστηκαν στο διάβα του πολύ του χρόνου.... ή μήπως έχουν αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια τους απάνω στην άμορφη μάζα της όμορφης καρδιάς της;

Στʼ άξαφνα σκέφτηκε κάποιους ανθρώπους που θέλουν και προξενούν τα αίματα. Γνωρίζουν πολύ καλά πόσο δύσκολα ξεπλένονται οι άλικοι εκείνοι λεκέδες. Κι όμως αυτοί εκεί! Να λεκιάσουν! Τους πολλούς δεν τους μέλλει τι θα τραβήξει ο δίπλα για να τους καθαρίσει. Το μόνο που τους μέλλει είναι να μη χάσουν αυτοί τους καλοκαθισμένους τους στόχους...

Τότε, που πίστευε πως μάτωσε, ήτανε άραγε αίματα ή μια απλή κόκκινη γρατζουνιά; Είχαν πια ξεθωριάσει τόσο... ή με τα πολλά πλυσίματα μες στα πολλά τα χρόνια καθάρισαν ολότελα; Όμως η αμετανόητα άδολη της καρδιά είχε αποδειχθεί αλόγιστη στους λεκέδες. Όσα πολλά κι αν τα χρόνια που είχαν περάσει, αυτή εξακολουθούσε δυστυχώς να μην μπορεί να διακρίνει τους καλοκαθισμένους στόχους των δίπλα και μετά πονούσε μουτζουρωμένη από τα αίματα και τις άλικες γρατζουνιές. Μισός αιώνας κι αν είχε περάσει κι ολάκερος ακόμη... αχ... αυτής, όπως οι ως τα σήμερα πράξεις της μαρτυρούσαν, ποτέ της δεν της έμελλε να μάθει!

«Μην ντραπείς που έπαιξες καλά και έχασες»... Αλήθεια έχασε; Δεν θέλει να δείξει αυτή, που είναι ένας απλός άνθρωπος, ασέβεια στον μέγα σοφό, μα νιώθει πως οφείλει στις λέξεις του αυτές να ορθώσει ανάστημα. Κάποιος που έχει παίξει καλά, πιστεύει αυτή, πως δεν χάνει ποτέ. Κερδίζει μοναχά! Μπορεί στο γυμνό το μάτι που βλέπει την κάθε ρανίδα από αίμα, γρατζουνιά, δάκρυ, παράπονο, πίκρα, πόνο... να φαίνεται πως έχασε τη μάχη. Μα τι ρόλο παίζει μια μικρή μάχη μιας μικρής χρονιάς μπροστά σʼ έναν μεγάλο πόλεμο μιας μικρής ή μεγάλης ζωής; Αυτή ορθώνει το ανάστημα και λέει πως κέρδισε στη μικρή μάχη ένα παράσημο που όλοι τʼ ονομάζουν «πείρα» γιατί πιστεύει πως στα μάτια της αλήθειας καμιά ρανίδα από αίμα, γρατζουνιά, δάκρυ, παράπονο, πίκρα, πόνο δεν πάει χαμένη σε τούτη εδώ τη ζήση. Πείρα γίνεται η κάθε ρανίδα. Ακριβή και πολύτιμη ή ευτελής και ανώφελη... είναι στο χέρι του κάθε ανθρώπου η τελεσφόρηση. Το ίδιο ισχύει και για τον κήπο της ψυχής του που στο κάτω κάτω είναι και ο κήπος της ζωής του.
«Αν αποζητά ο κάθε άνθρωπος κάποτε η ψυχή του νʼ ανθίσει με χρώματα κι αρώματα θα πρέπει να καλλιεργηθεί. Λίπασμα γίνονται τότε όλες οι ρανίδες από αίμα, γρατζουνιά, δάκρυ, παράπονο, πίκρα, πόνο, πείρα. Κι όσο πιο πολλές οι ρανίδες τόσο πιο καλής ποιότητας το λίπασμα» μονολογεί αυτή με σθένος.

«Πιστεύει αληθινά ο κάθε άνθρωπος πως η ψυχή του και συνάμα η ζωή του θα πλημμυριστεί και συνάμα θα πλημμυρίσει με λούλουδα με χρώματα κι αρώματα, αν ο ίδιος, ο μοναδικός και μόνιμος κηπουρός της δεν αξιωθεί να την καλλιεργήσει; Μα κι αν ακόμη το κάνει... μπορεί πραγματικά ο κάθε απλός άνθρωπος να γίνει άξιος κηπουρός για τον δικό του κήπο;» αναρωτιέται αυτή στη συνέχεια.
Ένα ασυλλόγιστο τσιτάτο ακούγεται σαν απάντηση συχνά πυκνά από τους πολλούς: «Ο κάθε άνθρωπος γνωρίζει τι είναι το καλύτερο για τον ίδιο». Ακούγεται άμεσα η δική της ανταπάντηση: «Αλήθεια; Και τότε... γιατί τόσοι ακαλλιέργητοι κήποι τριγύρω, τόσοι χέρσοι, τόσοι ξεραμένοι, τόσοι ξέφραγοι; Ο κήπος χρειάζεται ένα καλής ποιότητας λίπασμα. Ξέρει ο κάθε απλός άνθρωπος τι πρέπει να προσθέσει και τι να αφαιρέσει για να φτιάσει ένα καλής ποιότητας λίπασμα; Ίσαμε κι αποφάγια που θα ανακυκλώσει ο ίδιος. Ίσαμε και σκουλήκια που θα λιγουρευτούν αυτήν τη θρεπτική για εκείνα τροφή και θα συρθούν και θα χωθούν μέσα της για να την απομυζήσουν. Όσο πιο πολύ το αίμα, η γρατζουνιά, το δάκρυ, το παράπονο, η πίκρα, ο πόνος, η πείρα, τα αποφάγια, τα σκουλήκια... τόσο πιο καλής ποιότητας το λίπασμα».
Ορθώνει συνάμα το ανάστημά της, έχει πάρει και φόρα βλέπεις, και συνεχίζει με περισσότερη ζέση τώρα: «Αν αποζητά ο κάθε άνθρωπος κάποτε η ψυχή του νʼ ανθίζει με χρώματα κι αρώματα, όσο πιο καλής ποιότητας το λίπασμα που θα της βάλει, τόσο πιο εύφορη και γόνιμη θα γίνει αυτή. Τα λουλούδια της θα ξεχειλίσουν από παραδεισένιες, μαγευτικές ευωδιές. Νέα θα γεννηθούν και αυτά θα γεννήσουν στη συνέχεια κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα... παραδεισένια, μαγευτικά, ευωδιαστά. Κάθε φορά πιότερο πολλά! Θαρρείς φορές... πως θέλουν να πλημμυρίσουν ολάκερο τον κόσμο με νέους παραδείσους. Κάθε φορά πιότερο παραδεισένια! Θαρρείς φορές... πως θέλουν να χρωματίσουν ολάκερη τη φύση με νέα μαγευτικά χρώματα. Κάθε φορά πιότερο μαγευτικά! Θαρρείς φορές... πως θέλουν να αρωματίσουν ολάκερη την πλάση με νέες μοσχομυριστές ευωδιές. Κάθε φορά πιότερο ευωδιαστά! Θαρρείς φορές... πως θέλουν να κατακτήσουν τα απάτητα ύψη. Κάθε φορά πιότερο αψηλά! Θαρρείς φορές... πως θέλουν να μαρτυρήσουν, πως μπορεί κι απʼ τη γη να κατορθώσουν κάποια στιγμή στη ζωή τους νʼ αγγίξουν με αξιοσύνη τʼ ανέγγιχτα ουράνια».

«Ειλικρινά θα πίστευε ο κάθε απλός άνθρωπος... πως θα μπορούσε να αξιωθεί η ψυχή του σε τούτη εδώ τη ζήση νʼ ανθίσει τόσο πολύ, να καταφέρει να χρωματίσει ολάκερη τη φύση, να ευωδιάσει ολάκερη την πλάση, νʼ αγγίξει τα ανέγγιχτα ουράνια;»... τόλμησα και ρώτησα εκείνη εγώ φανερά.

«Άραγε θα κατόρθωνα ποτέ κι εγώ, άνθρωπος καθημερινός, που στα χρόνια τα πολλά επέτρεψα ή ακόμη και προσκάλεσα να μπουν στη ζωή μου άγγελοι και δαίμονες, τώρα στα μετέπειτα να καλλιεργήσω τόσο ποθητά άξια τη δική μου άδολη ψυχή, ως να πλημμυριστεί αυτή κάποτε από ονειρικούς άσπιλους παραδείσους;»... τόλμησα και ρώτησα το μέσα μου εγώ κρυφά...

{ -22.10.2015- }

Δημιουργός: Χουντάλας Αντώνης ( Montreal, Canada, )
.26 Νοεμβρίου 2017,

Ο Αιώνιος και Οικουμενικός Νίκος Καζαντζάκης αγγελειοφόρος του Θεού και του ανθρώπου

Ο κάθε μελετητής του Νίκου Καζαντζάκη συνειδητοποιεί δυό θεμελιώδεις αλήθειες και αξίες.
Την αλήθεια και αξία μέσα του και την αλήθεια και αξία του Θεού˙
του κόσμου, της ζωής.
Ο Νίκος Καζαντζάκης με το πνεύμα που του εμφύτευσε η αιώνια ανθρώπινη ψυχή και φύση, ο αιώνιος Θεός, κατεύθυνε την πένα με τέτοιο αριστουργηματικό τρόπο, που άλλες φορές όμοια με αετό να ζυγίζει στους άλλωτε συνεφιασμένους, άλλωτε γκρίζους και άλλωτε γαλάζιους ορίζοντες και άλλες φορές όμοια με δελφίνι να σχίζει τα καταγάλανα ή φουρτουνιασμένα πελάγη, συμπορεύεται με τον αναγνώστη σε άγνωστους βυθούς της ψυχής και του νου, στην απεραντοσύνη του σύμπαντος και του Θεού.
Η δεξιοτεχνία και δυνητικότητά του στην αποτύπωση της ψυχής του ανθρώπου και την περιγραφή του Θεού και τού θεΪκού καθιστούν τον μεγάλο λογοτέχνη διαχρονικό.
Βλέπει και αποκαλύπτει τον Θεό στον άνθρωπο και τον άνθρωπο στο Θεό.
Μας δείχνει πως στην κοινή αυτή οντότητα μπορεί να ορμήξει η ψυχή τ΄ανθρώπου και να σπάσει κάθε φραγμό, στη ζωή, στο χρόνο.
Να λάμψει ο Θεός μες στον άνθρωπο, ν΄ ανδραγανθήσει, να φτάσει το γένος στα ουράνια, να φωτίσει το άπειρο του σύμπαντος.
Δεν χωράει αμφιβολία πως αυτή ήταν η πιό μεγάλη έννοια, μέλημα και δέος του.
Γι αυτό σήμερα ζει, γι αυτό σήμερα όσο ποτέ πριν, το τάγμα του πληθαίνει.
Αναζήτησε, αντίκρυσε. Προσκαλεί, συνοδεύει.
Τον άνθρωπο, την ψυχή, τον Θεό.
Να σωθεί η ψυχή απ΄ το σκοτάδι και το φόβο.
Να σωθεί ο Θεός.

Αντώνης Χουντάλας,
12221 Avenue Bois de Boulogne,
Montreal, Quebec,
Canada,
H3M 2Y1

Adonis.houdalas@hotmail.com
Τηλ. 00 1514 688-0550
Δημιουργός: Ψαθάκη Ελένη ( Ρέθυμνο )
.
Η αιώνια πάλη μεταξύ του γήινου και του πνευματικού αντικατοπτρίζεται στη συνάντηση του Καζαντζάκη με τον Ζορμπά. Ένας άνθρωπος που πάντα έβαζε μπροστά το πνεύμα και τη σκέψη, ένας άνθρωπος αδύναμος στο σώμα και δυνατός στο μυαλό, αδύναμος στην πράξη μα εξαίρετος στη νόηση. Αυτός λοιπόν γνωρίζει τον Ζορμπά, τον πιο γήινο άνθρωπο που πάτησε ποτέ στη γη και αντικρίζει την ίδια του την αντίφαση, για πρώτη φορά. Πώς πορεύομαι από εδώ και πέρα; Πώς πορεύομαι όταν έχω δει ότι έχω παραμελήσει την πράξη και έχω αφήσει τη σκέψη να οργιάζει; Μα αυτά τα δύο, δεν είναι δύο, είναι ένα. Νους και σώμα είναι ένα, πώς αυτό θα το υπερβώ; Πώς θα καταφέρω να τα ενοποιήσω, έπειτα από τόσα χρόνια διαμάχης και προσπάθειας να διαχωριστούν; Ο Καζαντζάκης βρίσκεται μπροστά σε αυτό το δίλημμα που απασχόλησε για αιώνες την ανθρωπότητα, φιλόσοφους, γιατρούς, ψυχολόγους.. όλους. Και πού καταλήγει; Το γήινο δημιουργεί χαρά, ζωντάνια. Τo πνεύμα είναι μια φυλακή που σε αναγκάζει να ζεις σε λογισμούς δίχως πραγματική ύπαρξη, δημιουργούμε κελιά και κλεινόμαστε μέσα, αγνοώντας το γήινο, το φθαρτό, το υπαρκτό. Μένουμε εναγωνίως στους διαδρόμους του μυαλού, αγνοώντας τα μονοπάτια της γης. Ο ίδιος νικημένος και πιο ντροπιασμένος από ποτέ στέκεται αντίκρυ στον Ζορμπά, ντρέπεται για την ύπαρξή του, που κάθε άλλο παρά γήινη είναι. Ντρέπεται που δεν αξιοποιεί το δώρο της ζωής στο μέγιστο του, μα αντ* αυτού προτιμά μονάχα να το στοχάζεται. Η σκέψη για τα πράγματα είναι, μα και δεν είναι. Οι σκέψεις μας είναι, μα και δεν είναι. Άρα κάποιος που σκέφτεται μονάχα δίχως να πράττει, είναι μα και δεν είναι. Έτσι νιώθω μερικές φορές, όταν αγκαλιάζω και απορροφώ κάθε μου σκέψη, όταν ακολουθώ κάθε νήμα στη φαντασία και στον λογισμό μου, χάνοντας την αρχή και το τέλος και παραδίνομαι στην κάθε σπιθαμή νόησης. Έτσι νιώθω, όταν ταυτόχρονα, αφήνω τον φθαρτό κόσμο, την ύλη, παραμελώ τη φύση και τους ανθρώπους γύρω μου. Όταν κάποιες φορές όχι μόνο τα αγνοώ αλλά και τα περιφρονώ. Πράξη και σκέψη, νους και σώμα, όταν δεν είναι ένα, πώς γαληνεύει ο άνθρωπος; Γιατί όσο πλαταίνει η σκέψη συρρικνώνεται η πράξη; Αχ Καζαντζάκη, τόσα μου δίδαξες, για τον θεό, για τον σκοπό, για τον άνθρωπο, σε όλα μαζί σου συμφωνώ. Μα αυτή η πάλη με την πνευματικότητα, αυτή τη ντροπή σου απέναντι στον Ζορμπά, τον άνθρωπο της πράξης, αυτή με κατατρώει. Δεν πρόλαβες να βρεις έναν τρόπο να μου τον πεις και μενα, να σταματήσει αυτή η ντροπή.. μα για όσα μέχρι τώρα μου δίδαξες σ' ευγνωμονώ..
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
«Πού να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;», «Αναφορά στον Γκρέκο», από το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη.

Απεικόνιση της ανάγκης του ανθρώπου να συμπορεύεται, να εξομολογείται.

Δημιουργός: Ντόκα Αθηνά (Αττική)

Μόνο στον εαυτό σου να δίνεις λόγο, αυτόν να υπολογίζεις, αυτόν να σέβεσαι, μην εγκλωβίζεσαι σε ξένες γνώμες. Αγάπα τον .

Δημιουργός: Γεωργάλου Μαρία (Αθήνα)

Η νύχτα είχε πέσει νωρίς, χειμώνιασε πια. Το παραθυράκι του τρούλου λαμπίριζε για τελευταία φορά την θαλπωρή και την κατάνυξη. Έκαμαν σιωπηλοί τον σταυρό τους και τράβηξαν λεύτεροι προς τον θάνατο.

* Το κείμενο είναι εμπνευσμένο από το βιβλίο « Οι αδερφοφάδες»

Δημιουργός: Σταμπολιάδης Φοίβος(Βούλα, Αθήνα)

Σε μια ζωη γεματη προβληματα...αυτη ειναι μια βαθια ανασα για να μπορεσεις να προχωρησεις στην επομενη μερα με την ελπιδα πως ολα θα καλυτερευσουν,ολα μας θυμιζουν πως η ζωη ειναι ωραια παρολα τα προβληματα...οπως συμβαινει και με τη φυση..τιποτα μονιμο..

Δημιουργός: Μαρία Χιώτη(Ύδρα)

"Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λέφτερος."
Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική, κεφ. Η προετοιμασία, Τρίτο Χρέος

Δημιουργός: Χριστίδης Χρήστος (Ρέθυμνο)

Η Μεγαλοσύνη της Ομορφιάς.

Μικρή η ζωή; Ναι, λέει ο μεγάλος Κρητικός. Μια αστραπή. Αλλά τόσο όμορφη, που γινόμαστε όσο μεγάλοι χρειαστεί για να προλάβουμε. Άμα θέλουμε, μπορούμε να προλάβουμε!

Δημιουργός: Καμπίτσης Παναγιώτης (Ζάκυνθος)

Τούτη είναι η ψυχή του ανθρώπου. Ανταριάζει, θεριεύει και διαπρέπει. Συστρέφεται, παραμορφώνεται όταν πονάει. Είναι όμως και από λευτεριά καμωμένη, θυμητικό πως μέσα της βασιλεύει η ομορφιά ολάκερης της πλάσης.

Δημιουργός: Κρυστάλλη Κατερίνα(Νέα Μάκρη, Αττική)

«Η οδύσσεια του Καζαντζάκη είναι ένας ύμνος στο μεγαλείο του ανθρώπου. Στο εύθραυστο μεγαλείο του ανθρώπου. Δεν υπάρχει σημείο στην ανθρώπινη ευτυχία που να μην κρύβει κάποια λύπη»

Δημιουργός: Φίλιππος Φιλίππου(Λευκωσία, Κύπρος)

"Κι ολομεμιάς ο ρυθμός της γης γίνεται ίλιγγος, ο χρόνος εξαφανίζεται, η στιγμή στροβιλίζεται, γίνεται αιωνιότητα, το κάθε σημείο-θες έντομο, θες άστρο, θες ιδέα- γίνεται χορός."

Ν.Καζαντζάκης

Δημιουργός: Φειδεροπούλου Βασιλική (Ρέθυμνο)

Ανάγνωση

Δημιουργός: Βαρούχας Μανώλης (Ηράκλειο)

«Είπα στη μυγδαλιά: «Αδερφή, μίλησέ μου για το Θεό». Κι η μυγδαλιά άνθισε».

Δημιουργός: Χάρης Κανελλόπουλος

"Ερχομαστε απο μια σκοτεινη αβυσσο καταληγουμε σε μια σκοτεινη αβυσσο το μεταξυ φωτεινο διαστημα το λεμε Ζωη"

Ασκητικη Καζαντζακης

Δημιουργός: Τζιβάρα Μαρία

Παιδικά χέρια μας κάλεσαν στης ελπίδας την γιορτή. Πύρινα κι άφθαρτα φτερά, σμιλεμένα μ’ αρμύρα, βάλθηκαν να χορεύουν με την μνήμη, ενώ η ψυχή φλέρταρε στα κρυφά με την αποσύνθεση.
(Το συγκεκριμένο κείμενο έχει ως πηγή έμπνευσης τον βασικό θεματικό πυρήνα της «Ασκητικής»)

Δημιουργός: Μάστορα Ευγενία

«Ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά»

Δημιουργός: Μαρκολέφα Βίκυ

Όλα αρχίζουν μ’ ένα ταξίδι που θα φέρει κι άλλο, κι άλλα και θα σε φέρουν ως την άκρη της γης, ως εκεί που ονειρεύτηκες, αναζητώντας την αξία των πραγμάτων.

Απόσπασμα από: (Νίκος Καζαντζάκης, ο Ταξιδευτής της Κρήτης)

Δημιουργός: Οικονομου Νικολαος (Ηρακλειο)

Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Νίκος Καζαντζάκης.

Το απόσπασμα που ακολουθεί βρίσκεται στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος και αναφέρεται στη γνωριμία του συγγραφέα με τον ήρωα του βιβλίου του).
«Τον πρωτογνώρισα στο Πειραιά. Είχα κατέβει στο λιμάνι να πάρω το βαπόρι για την Κρήτη. Κόντευε να ξημερώσει. Έβρεχε. Φυσούσε δυνατή σοροκάδα κι έφταναν οι πιτσιλιές της θάλασσας στο μικρό καφενεδάκι.»

Δημιουργός: Μαρκετάκη Χρυσούλα (Χανιά)

"Είδα κάποτε μια μέλισσα πνιγμένη μέσα στο μέλι και κατάλαβα. Έχω μπουχτίσει με τη σοφία μου, όπως εκείνη έχει μαζέψει πάρα πολύ μέλι , και έχω ανάγκη από χέρια που απλώνονται."

Δημιουργός: Κουσπάρης Δημήτρης (Χανιά)

Μωρέ, τι μηχανή είναι ο άνθρωπος! Της βάζεις ψωμί, κρασί, ψάρια, ραπανάκια και βγαίνουν αναστεναγμοί, γέλια κι ονείρατα. Εργοστάσιο!

Δημιουργός: Ματσαμάκη Άρτεμη (Χανιά)

"Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Landsberg am Lech 2014"

Δημιουργός: Αντώνιος Ευθυμίου (Μόναχο – Γερμανία)

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο• καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο• το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Δημιουργός: Τζατζάνη Μαριλένα (Πολιτεία Κηφισια)

‘Κύματα γλαροπούλια‘

«Σα γλαροπούλια απά στη θάλασσα κι αφροδροσολογάται αρμύρα γιόμωσαν τ αρθούνια μου αντιχτυπούν στις πλάτες γοργά, γοργά τα κύματα και παν, και πάω και εγώ μαζί τους.»
Απόσπασμα, Οδύσσεια - Νίκος Καζαντζάκης

Δημιουργός: Αργυράκη - Ασσαριωτάκη Θεοδοσία
«Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη μήτε η Νίκη• μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος»

Ντόπιος παπάς του χωριού επιβλέπει τις εργασίες στο χωράφι του.

Δημιουργός: Κιουρτζόγλου Σοφοκλής
"Η φυγή δεν είναι νίκη, τ' όνειρο είναι τεμπελιά, και μόνο το έργο μπορεί να χορτάσει την ψυχή και να σώσει τον κόσμο"

Δημιουργός: Γεωργίου Ελενα(Λευκωσία Κύπρος)

«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο• καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο• το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή...».
Νίκος Καζαντζάκης Ασκητική

Δημιουργός: Ιωάννου Έλενα (Καβάλα)

«Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος». - Νίκος Καζαντζάκης

Δημιουργός: Μπίρης Ιωάννης
Ο Αττικός ουρανός ώς άλλος ουρανός του Τολέδο του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου. Ένα έργο που άγγιξε τον Κρήτα διανοητή και λογοτέχνη Νίκο Καζαντζάκη για την αίσθηση του άγνωστου επακόλουθου της ουράνιας αναταραχής.

Δημιουργός: Παυλίδη Αλεξάνδρα (Αθήνα)

Ευτυχία στη ζωή είναι και ο τρόπος που ασχολείσαι με τα καθημερινά πράγματα! Ειδικά όταν τα παρουσιάζεις στους άλλους με τον ίδιο τρόπο που τα βλέπεις κι εσύ...Αγνά και όμορφα!!!

Δημιουργός: Σχοινοπλοκάκη Εμμανουέλα (Χανιά)

Κανένα μέρος στον κόσμο δεν αιχμαλώτισε την ψυχή του μεγάλου Νίκου Καζαντζάκη όσο η Αίγινα, το απόλυτο καταφύγιό του. Από τον Ναό της Αφαίας Αθηνάς αγνάντευε συχνά το απέραντο γαλάζιο.

Δημιουργός: Παπατόλη Νικολέττα (Αίγινα)

"Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος" Ν.Καζαντζάκης

Μια αράδα λέξεις, όσο μιας ζωής σοφία. Ασκητικός, δωρικός αν και Κρητικός, απόλυτα κατασταλαγμένος και διαυγής, ο μέγιστος Έλληνας, άφησε κληρονομιά ισάξια των μεγάλων αρχαίων προγόνων του. Ελπίζω να κατάφερα με τον περιορισμό ενός φωτογραφικού κάδρου να αποδώσω έστω και ελάχιστα, ένα ίχνος της απέραντης παρακαταθήκης του. Δημιουργός: Γιάννης Ρομπόκος
Κι όταν ενα σκουλήκι έπεφτε χάμω έσκυβε το 'παιρνε με προσοχή και το ΄βανε πάλι στην πληγή του.
<<Φάε,φάε αδερφέ μου τη σάρκα να φανεί η ψυχή μου...>>

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ»

Δημιουργός: Σβουράκη Τζοάννα
Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα. Αυτή η φράση του Ν. Καζαντζάκη συνοδεύει κάθε μαγική, κάθε μοναδική εικόνα της πατρίδας μας.

Δημιουργός: Γεωργατζόγλου Βασιλική (Αθήνα)

ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Δημιουργός: Αλεξάνδρου Σ. Γιώργος (Αθήνα )
Παράσημο φορώντας,
Την θέληση κατάστηθα,
Τράβηξες να γυρέψεις το θεό
Μα έφτασες το ανθρώπινο.
Στην πυχτωμένη νύχτα δίχως φως.
Μονάχα με τα μάτια.
Φώναξες δυνατά μες στη σιγή.
**ο θεός ζητά βοήθεια**
Να σπάσουνε τα αυτιά,
Εκείνων που αρνήθηκαν την μάχη.

Τρικυμισμένη η θάλασσα,
Ανήσυχος ο αέρας,
Κι εσύ ονειροδαμαστής.
Δίχως ελπίδα, δίχως φόβο.
Έσυρες χορό πάνω απ* το πέλαγο,
Με την παλικάρια ενός ζορμπά.
Έγινες φάρος,
Πάνω απ* τη θάλασσα του κόσμου.
Να *χουν μια ελπίδα για να ζουν οι καπετάνιοι.

Τράβηξες για τον Γολγοθά,
Σε σταύρωσαν μυριάδες.
Όμως δεν αναστήθηκες.
Γιατί δεν πέθανες ποτέ.

Γ. Σ. Αλεξάνδρου.
Δημιουργός: Αλεξοπούλου Σοφία(Σουηδία)
Το ταξίδι της ελεύθερης πένας

Φυσά, φυσά αιθέρας πολιορκητής
άπιαστος, μα υπαρκτός.
Έτσι ομοιάζει και ο λογοτέχνης αυτός,
ελεύθερος, μα υπαρκτός.
***
Μοίραζε μηνύματα διαχρονικά,
που θα αγγίζουν των ανθρώπων
την καρδιά, σε αιώνες δυστοπικούς
μα άλλοτε και λαμπρούς.
***
Τιμές πολλές δε ζήταγε,
διότι εγνώριζε καλά
το αρχαίο στιχάκι των πατέρων
«μέτρον ἄριστον».
***
Είχε για δοξάρι του,
την πένα του σιμά, χαρίζοντας
χρυσές στιγμές σε κάθε
περπατησιά της χάρτινη.
***
Καζαντζάκης, όνομα και πράγμα,
δε βάσταγε αληθινά
η φήμη του να μείνει,
στα στενόχωρα τείχη της ταπεινής Ελλάδος.
***
Δημιουργός: Απλαδάς Γεώργιος(ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ)
-ΠΟΙΗΜΑ-Ο Νικολής και η μοναξιά-
Η μοναξιά δεν μ’άφηνε
Χέρι καρδιάς να βάλω
Να ορκιστώ για δάφτηνε
Γαλάτια να σε πάρω
Χαμόγελο του πόθου μου
Συντρόφισσα τσ’αγάπης
Γαλάτια είσαι του κόρφου μου
Της αγκαλιάς μου γδάρτης
Γυρεύω την αγάπη μου
Στ’αστέρια εγώ σε ψάχνω
Σε αγαπώ όμως δάκρυ μου
Καρδιά μου τι θα κάνω
Βασίλισσα των ονείρων μου
Πλανεύτρα αγάπη πάλι
Μάγεψες την αγκάλη μου
Με τις ομορφιάς τα κάλη
Αλήτεψα και σου έταξα
Αγάπης λόγια τώρα
Για να μπορώ και να διαβώ
Στου γυρισμού την ώρα
Γαλάτια μου μοναδική
Ποτέ να μην μ’αφήνεις
Να ζούμε θέλω εγώ μαζί
Σε κόσμους που μου δίνεις Ο Σπουργίτης

Δημιουργός: Απλαδάς Γεώργιος(ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ)
Μαντινάδες
Γαλάτια μου προδοθήκαμε μας κόψανε στα δύο
Και την αγάπη μας βρήκανε που’χαμε στο σχολείο

Γαλάτια δεν έχω δύναμη φοβάμαι που σ’ανταμώνω
Ίσως γιατί σε αγαπώ και δίπλα σου’γω λιώνω

Γαλάτια τότε δεν ήξερα εγώ μα ούτε τώρα ξέρω
Σ’αγάπησα και σ’αγαπώ τι άλλο’χω να φέρω

Ο Σπουργίτης
Δημιουργός: Αχιλλέως Γεώργιος(Χανιά - ΕΛΛΑΔΑ)
ΤΟ ΔΙΑΒΑ ΣΟΥ

Σαν τον αγέρα που περνάς, σαν σίφουνας,
Πέρασες, σάρωσες τη γη και έφυγες,
κι άφησες πίσω σκέψη, προβληματισμό και αμφισβήτηση,
και μια πατρίδα να χαμογελά στη σκέψη σου.

Ήρθες κι* είπες πολλά, κι ακόμ* ακούομε,
φωνή που εκαταγράφει σαν κραυγή στα σύμπαντα,
συνάντησε καρδιές που σαν να χάρηκαν,
κι άλλες που σφάλισαν την πόρτα μόλις σ* είδανε.

Αναρωτήθηκες, αντέδρασες, το πάλεψες,
ανέβασες ιδέες κι ύστερα τις γκρέμισες,
και βασανίστηκες, πόνεσες, πολύ το έψαξες,
κι ο **δαίμονας** σου από κοντά σε ακολούθαγε.

Κι ύστερα έφτασες κάποια στιγμή στο λιμανάκι σου,
κι άφησες πίσω μια κραυγή, πολλά ακόμα θα* λεγες.
**Μη κλαις Κυρά κι εγώ θ* αναστηθώ** μας φώναξες,
**κι άλλοι θα ρθουν ξοπίσω μου** μας έγραψες.

Και να, που φτάσαμε εδώ στο σήμερα,
και τη ζωή μ* άλλη ματιά κοιτάζουμε,
Και σ* απορρίπτουμε κι ύστερα σε δεχόμαστε,
Και κύκλους κάνουμε, στο κέντρο σου να φτάσουμε.

Δημιουργός: Βερνάδος Γιώργος(Ρέθυμνο)
1)Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΕΓΡΑΨΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
ΛΥΤΡΩΣΗ ΔΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΑΞΙΑ




2)ΡΩΤΑ Ο ΘΕΟΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΑΝ ΤΟΝ ΦΟΒΙΖΕΙ ΚΑΤΙ
ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΤΟΥ ΛΕΕΙ ΤΑ ΓΡΑΦΤΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ





3)Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΤΟΝΙΣΕ ΑΝΘΡΩΠΕ ΜΗΝ ΞΕΧΝΙΈΣΑΙ
ΜΟΝΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΑΛΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΣΥΛΛΟΓΙΈΣΑΙ
Δημιουργός: Βολτυράκης Ζαχαρίας(ΕΛΛΑΔΑ)
Στα χείλη μου εζωγράφισε
ο πόνος τη μορφή ν-του
και κόνεψε μες τη γ-καρδιά
για πάντα το κορμί ν-του.

Πως να σιμώσει η χαρά
να μπει μες τη ψυχή μου
που βίγλης* στέκει ο στεναγμός
στη κάθε αναπνοή μου.

*φρουρός, σκοπός
Δημιουργός: Βουδούρη Τάνια (Κοζάνη)
Μετατόπιση
Θ’ ανοίξω τα χέρια, ο καταμερισμός του χρόνου είναι δυσανάλογος,
γέρνει τις περισσότερες φορές το ζύγι
και το βάρος αναμετριέται κάτω απ’ τη σκιάδα
του δισταγμού ή της αγάπης.

Η πλεονεξία των λίγων γίνεται αφόρητη
τον καιρό της ανθοφορίας,
στο διάβα της γονιμότητας και της αειφόρου εξαγνίσεως
των ηδονών.

Θ’ ανοίξω τα χέρια, το λιτό, φυλλοβόλο δειλινό να ξεπροβάλλει.
Ξοδεύει όλη την ομορφιά του σε παλινδρομήσεις παλαιικές,
μέσα σε πανάρχαια ιδεογράμματα
και λογιών πυξίδες.

Έτοιμος.
θα παραχωρήσω τη θέση μου
στο νερό που κυλάει, στις φλέβες του κόκκινου ορίζοντα
καθώς θα γεμίζει απ’ τη μέρα αναφιλητά.

Η αληθινή διάσταση του αύριο
πολλαπλασιαστές δεν λογαριάζει,
απ’ το μαύρο βουτά στο νερό
κι απ’ το νερό στο μαύρο πάλι.
Δημιουργός: Γαλανοπούλου Μαρία(Βρυξέλλες - Βέλγιο )
ΨΥΧΗ ΜΟΥ... ΛΕΥΤΕΡΗ
Στον Νίκο Καζαντζάκη

Καίγεται η ψυχή μου, μαθές
και πώς να τηνε σώσωαπό τη λάβα που καταπίνει το αίμα μου;
Ωσάν ηφαίστειο βροντά –μακανείς δεν το γρικάει–
καθώς βρυχάται μυστικάστις κρύφιες ώρες των παθών της.

Μαχαίρι ζώνεται τη μια,σάρκεςαδερφοφάδεςνα ματώσει,
δίχως να χορταίνει αίμα το γινάτι.
Άλλοτε,έρπει ωςέρωταςνα παγιδέψει το είναι
καθώς ο πόθος ο απατηλός τον λογισμόλαφιάζει.

Κεραυνός είναι, που ξεσπά να πυρπολήσει το αύριο,
διεκδικώντας το τώρα, τη στιγμή, την ηδονή, τα θέλω
αψηφώντας τις ορμίνιες του "πρέπει", του "ίσως", του "θα"
αφορίζοντας το αιώνιο γιατί –απλά–ποθεί το πρόσκαιρο.

Σε δυο αβύσσων το κενό πλανάται η ζωή –νεκρής φύσης ψευδαίσθηση–
μα τούτ’ η ψυχήερωτεύεταιτον θάνατο πουγεννά αθανασία.
Μαινάδα ψυχή μου, στην αναρχία σου να βάλεις τάξηπροσπαθείς
το χάος σου ζωγραφίζοντας,ως θεωρία και πράξη μου. Νόμος μου.

Κι όσο στα μύχιασου αναζητώτα πατήματα του Αόρατου
–εκεί όπου ο νους βολεύεται στις ιδέες του–τόσο βαθαίνουν
των οματιών οι κόχες–ως να χωρέσουν οι λίμνες των δακρύων–
μιαςκαρδιάςαβόλευτηςπου μεθυσμένη σκούζει: Θάνατος, για Λευτεριά!
Δημιουργός: Γαλιάνδρα Χριστίνα(Αθήνα)
ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ ΤΙΠΟΤΑ

Τόσοι θεοί για μία παράκληση
Τόσα χρόνια για μισή ευτυχία
Τόση προσπάθεια για ένα χαμόγελο
Τόσοι χτύποι για μία αγάπη

Τόση αγωνία για λίγη ασφάλεια
Τόσα δάκρυα για ένα συγνώμη
Τόσες λέξεις για το ' σε θέλω '
Τόσα χάδια για άγγιγμα άδολο.

Τόσες θάλασσες για το μικρό μας καίκι
Τόσος ουρανός για το χαμηλό πέταγμά μας
Τόσοι δρόμοι για τέλος άδικο
και τόσες πέτρες χωρίς το ανάθεμα...

Χριστίνα Γαλιάνδρα
Δημιουργός: Γεωργάτζογλου Βασιλική(ΑΘΗΝΑ)
Ντύθηκες τ* ατσάλι σου
κι έβαλες πλώρη
για του αιθέρα
τ* απύθμενο γαλάζιο.

Άστραψε η όψη σου
απ* του ήλιου
την ασπαίρουσα λάμψη,
σαν έσμιξες με το κύμα του Αιγαίου.

Περήφανος αετός, ακροπάτησες
τη μυθική κορφή του Ολύμπου
και στη δασκαλόπετρα του Ομήρου,
μετέλαβες τη γνώση των αιώνων.

Άγγιξες την ανατολή της ελληνικής ψυχής,
που έβαψε με τ* αγιασμένο αίμα της, το μυρωμένο χώμα.
Αγκάλιασες με δυό χέρια ορθάνοιχτα φτερά,
την πληγωμένη απ* τη λύσσα των κοράκων πατρίδα.

Δε γύρεψες ποτέ το φως του προβολέα,
το χειροκρότημα, τις ιαχές στη θέα της μορφής σου,
μόνον της μάνας την ευχή, την ευλαβική της προσευχή
για του ταξιδιού την άγνωστη ρότα.

Δημιουργός: Γκούσκου-Ξυλούρη Αθηνά(ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ-ΕΛΛΑΔΑ)


ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ



Εκεί, που ο ουρανός χαϊδεύει
την πέτρα και ο άνεμος του
Λιβυκού τη ζεσταίνει.
Άναψε η φλόγα της πένας σου.


Έγραψες την Οδύσσεια της ψυχής.
Άνοιξες πύρινους δρόμους,
με την δύναμη μιάς καρδιάς
που δεν βολεύεται.


Και φώναξες, Θεέ μου,
λύτρωσε με από αυτό
που δεν με αφήνει να χαρώ
και να θλίβομαι αβασάνιστα.


Λευτέρωσε με, από ένα
θάνατο που δεν υπάρχει
και αφησέ με να σε βλέπω,
σε όλα γύρω μου.



Δημιουργός: Δασκαλοπούλου Σοφία (Θεσσαλονικη-Ελλαδα)
Φωτινέ κόσμε όσοι σε αισθάνονται
Και με δυό σπινθηροβόλα μάτια σε κοιτούν
Αυτοί που ποθος τους είναι για σένα στης λυσσαλέας θάλασσας τα βάθη να βουτήξουν.

Η ελπίδα σου άνθρωπε πηγάζει από τους κτύπους της καρδιάς σου, φωτίζει τις πληγές σου και συ σαν πληγωμένο περιστέρι συνεχώς πέφτεις πάνω στα συρματοπλέγματα που σου σχίζουν το δέρμα

Άνθρωπε τον κόσμο μας, που έξω στον κήπο ανθίζει και μαραίνεται τούτος δίχως αγάπη, αγάπα. Εδώ εξαπλώνεται συνέχεια το σκοτάδι, είναι που μοιάζει στοιχειωμένος αυτός ο κόσμος της ψυχής σου...
Δημιουργός: Δατσέρης Νίκος(ΡΕΘΥΜΝΟ)
Αναρίθμητοι οι προγονοί που 'χεις στα σωθικά σου
Αν χαθείς χαθηκανε και έσβησε η γένια σου

Ένα ζορμπά να κουβαλάς σε όλα τα βήματα σου
Και κάθε αγάπη σαν χορός να 'ναι μες στην κάρδια σου

Ζαλο βαρύ το χρέος του σε όποιον το γυρέψει
Και όπου και αν πάει και σταθεί με εύθηνες θα τον θρέψει
Δημιουργός: Δραγατάκη Αντωνία(Αθήνα, Ελλάδα)
Ε.Ε.Θ.Θ.Α.Α.

Ο ίδιος του ο εαυτός, ο μεγαλύτερος του εχθρός,
δειλός να ζήσει, να ονειρευτεί, να τολμήσει,
φυλακισμένος μες στους φόβους του μονάχα ελπίζει
πως κάποια μέρα θα σπάσει τα σίδερα και θ*αφεθεί ελεύθερος.

Αναζητά όπως κι οι άλλοι μία ειδυλλιακή ουτοπία,
βίο ανθόσπαρτο με γαλήνη και ηρεμία,
μα η μοίρα της ζωής έχει άλλα σχέδια
κι όσο την αποφεύγει, συνεχίζει να τον ακολουθεί η δυστυχία.

Με δάκρυα στα μάτια κοιτά ψηλά απελπισμένος,
φοβάται μην γίνει κτήνος από το μίσος και το μένος,
ζητά βοήθεια δεν ξέρει ποιον δρόμο ν*ακολουθήσει,
δεν θέλει να εγκαταλείψει την αγάπη, ν*αλλαξοπιστήσει.

Ο άνθρωπος μες στην τρέλα της ρουτίνας
ξεχνά καμιά φορά πως η ζωή δεν είναι αιώνια,
χάνει τον χρόνο του σε πράγματα φθαρτά και την διχόνοια
και μετανιώνει πικρά όταν το σώμα γίνει ένα με το χώμα.

Γιατί, λοιπόν, ενώ πετυχαίνουμε όλα τα περίπλοκα,
δυσκολευόμαστε στην πιο απλή πράξη
αυτή, που όλοι αναζητούν και την λένε αγάπη;
Ας τολμήσουμε τώρα! Γιατί μετά θάνατον όλα είναι αόριστα…
Δημιουργός: ΕΛΕΑΝ(127)
Ιδανικά στο ενδιάμεσο φωτεινό διάστημα


Της αξιοσύνης θρέμμα Κρητικό
τέκνο του Μεγάλου Κάστρου, λαμπρό.
Σε κακοτράχαλο δρόμο τη ζωή αρχινάς
μετουσιώνεις την ύλη σε πνεύμα.

Της ελευθερίας τον ανήφορο παίρνεις
τη ψυχή του Ζορμά ανασταίνεις.
Με της λύρας το ρυθμό θεραπεύεις
με μπουζούκι το χορό ζωντανεύεις.

Όπου σε βγάλει η ζωή πολεμάς
τους εχθρούς με αγώνα νικάς
με τον Άγγελο τις γραφές μελετάς
στην νέα Ιθάκη, τον Οδυσσέα βοηθάς.

Φιλοτέχνη του αιώνα, Εσύ!
σχεδιάζεις ποιημάτων πλοκές,
ιστορίες ηρώων διττές,
δοκίμια, επιστολές, διασκευές.

Εργογράφε και Χαράκτη, της μεγάλης οθόνης πορθητή!
Δοξαστή του ελεύθερου βίου, οι ύστερες αναφορές
χαραγμένες δίχως φόβο,
γιατί λάτρεψες τον άνθρωπο σε αυτή τη ζωή…Τα Ιδανικά!
Δημιουργός: Ερωφίλη(Ηράκλειο Κρήτης- Ελλάδα)
ΑΚΟΜΑ ΕΛΠΙΖΩ

Πέρασε τόσος καιρός
και τόσα ξεχασμένα αύριο.
Τόσα πονεμένα χαμόγελα, τόση ελπίδα.
Θα αναρωτιέσαι•
Τόση ώρα περπατώ με αγκάθια στα πόδια,
μα συνεχίζω.

Είναι εκείνος ο ήχος της ζωής,
αυτή η μελωδία•
κείνο το φώς, που με κάνει να ελπίζω.
Μη με κοιτάς,
σκοντάφτω στην ελεγεία της θάλασσας.
Φύγε, ακόμα ελπίζω.
Δημιουργός: Ευθυμίου Αντώνιος(Μόναχο - Γερμανία)
ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Γεννήθηκες στη μετέωρη εσωστρέφεια της χαραυγής,
βύζαξες τα μολυβένια σύννεφα της λευτεριάς,
περιπλανήθηκες στα δυσήλια λιθόστρωτα του νου,
αναπαύτηκες στο ξάγναντο του φεγγαριού.

H πένα σου μια λόγχη αιχμηρή
που διαρκώς σπαθίζει τ' αδιαπέρατα σκοτάδια μας.
Κάθε φράση σου κι ένα ξαντό
για να επιδέσουμε τις λαβωματιές του χρόνου.

Δεν ήσουν ο φτωχούλης του Θεού,
αλλά ένας επιδέξιος στρατολάτης του λόγου
που έχτισες οχυρά με τα βιβλία σου,
για ν' αποφύγουμε εμείς τα βόλια της αμάθειας.

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται
απ' τους σύγχρονους ακροβολιστές των ονείρων
κι ο Καπετάν Μιχάλης αναζητά το σκόρπισμα της ύπαρξής μας
στην αποκαθήλωση του εγωισμού μας.

Μα ο Αλέξης Ζορμπάς δε γέρασε
κι εσύ στην αντάρα δεν αλάργεψες.
Μια αστραπή ήταν η ζωή μας,
ευτυχώς προλάβαμε!
Δημιουργός: Έφη Αντωνίου(Θεσσαλονίκη)
Τα καράβια

Τα καράβια είναι για να ταξιδεύουν
με πανιά ή χωρίς πανιά
φορτηγά καράβια ή απλά επιβατικά
σκούνες, αλιευτικά και άκατοι
διασχίζουν τη θάλασσα αργά αλλά σταθερά
την τέμνουν στα δύο
την εγκολπώνουν,
την αγκαλιάζουν,
για να γευτείς την αλμύρα στο πρόσωπο
την αύρα
τους γλάρους
ενίοτε τα πελώρια κύματα
το ταξίδι
την ελευθερία της φυγής και του ονείρου.
Τα καράβια είναι για να ταξιδεύουν
όχι για να μένουν αγκυροβολημένα στα λιμάνια!
Δημιουργός: Ζαμπάκη Νικολέτα(Κοζάνη, Ελλάδα)
Ποίημα
Τίτλος
Της λεβεντιάς ο τεχνουργός

Τση Κρήτης είσαι αετός
του Γκρέκου αναπαημός
με τα βιβλία σου φτερά
της τέχνης σου γρικά

η μοίρα σε θέλει ιαχή
στου τέμπλου της φοβερή
στου αγέρα να γλεντάς
την Ασκητική να κρατάς

την άβυσσο να προσπερνάς
στου αιώνιου να μεθάς
το άφταστο της ψυχής
άγγιξες της ζωής

Ψηλορείτης δεν είναι αυτός
δεν σε σκεπάζει ουδαμώς
το άγιο χώμα της μάνας γης
της κρητικής μας ιερής

Καπετάν Μιχάλη έλα εδώ
Ο Γκρέκο, δες, στο φως
με τον Ζορμπά χορεύουν
ελληνική ψυχή γητεύουν.
Δημιουργός: Ζαρκαδούλα Πολυξένη (Πειραιάς, Ελλάδα )
1) Τα χρόνια που θα έρθουν κι αυτά θα περάσουν
Μα οι καρδιές μας καθόλου δεν θα γεράσουν!

2) Σου ζήτησα λίγη αγάπη να μου δώσεις
Κι εσύ, καρδιά μου, ήθελες να με πληγώσεις!

3) Βάστα, καρδιά μου, βάστα τώρα γερά
Φοράνε τα πουλιά πάνω τους φτερά!
Δημιουργός: Ζαρκαδούλα Πολυξένη(Πειραιάς, Ελλάδα)
1) Τα χρόνια που θα έρθουν κι αυτά θα περάσουν
Μα οι καρδιές μας καθόλου δεν θα γεράσουν!

2) Σου ζήτησα λίγη αγάπη να μου δώσεις
Κι εσύ, καρδιά μου, ήθελες να με πληγώσεις!

3) Βάστα, καρδιά μου, βάστα τώρα γερά
Φοράνε τα πουλιά πάνω τους φτερά!
Δημιουργός: Ζαχαρίας (Ηράκλειο Ελλάδα )
Σε εσένα θάλλασα μιλώ

Σε εσένα θάλασσα μιλώ που δεν καταλαγίαζεις,
σε σιγοντάρει ο άνεμος δε λες να ξαποστάσεις,
σε εσένα θάλασσα μιλώ που κόσμο ταξιδεύεις,
μάτια να χάνονται στο κενό γαλήνη να προσφέρεις.

Με ένα τρόπο μαγικό θάλασσα σε εσένανε μιλώ
θαρρείς μπορώ ν*αφουγκραστώ να πνίξω μέσα σου το στεναγμό,
ν*ακούσω μάνα φύση και να πορευτώ.

Σε εσένα θάλλασα μιλώ γιατί είναι δύσκολο να εμπιστευτώ,
έχω τον άνεμο οδηγό που μου σκορπίζει το θυμό.
Στροβιλίζονται σκέψεις, δεινά και ερεθίσματα
και εγώ κάτω απο του Ήλιου το χάδι ξεδιπλώνω και τα πιο κρυφά μου αινίγματα.
Σε εσένα θάλασσα μιλώ σου είμαι ευγνώμων και είμαι εδώ.
Δημιουργός: Ηλιανα(Ρεθυμνο)
Δημιουργός: Θάνου Νατάσσα(Πειραιά)
Έγραψες…

Έγραψες, στο βιβλίο, των σοφών
φράσεις ,δικών σου, περισυλλογών!!
Πήρα αντικλείδι, απ το κουτί κρυφά
να διαβάσω, τα σοφά σου, τα ρητά!!

Μια αστραπή η ζωή μας
μα προλαβαίνουμε…
Ότι επιθυμεί, η ψυχή μας…
με φάρμακο, γιατρικό, να γιάνουμε…

Η Ελλάδα επιζεί ακόμη επιζεί
νομίζω μέσα από διαδοχικά πράγματα…
Η Παναγιά της δίνει πνοή…
την ανασταίνει με άπειρα θαύματα…

Αν μπορείς κοίταξε τον φόβο κατάματα
και ο φόβος θα φοβηθεί και θα φύγει…
Διώξε τα άσχημα πράγματα…
μόνο το καλό στο τέλος θα μείνει…

Ο άνθρωπος βιάζεται…
ο Θεός δεν βιάζεται…
Ο άνθρωπος πολλά χρειάζεται…
ο Θεός μόνο στοχάζεται…
Δημιουργός: Καλαγασίδης Σταύρος(Ρέθυμνο)
Νικος Καζαντζακης

Μικρο παιδι δεν εζησα μεγαλωσα στα δεκα ,
μα τη ζωη που αγαπησα την ειχα σαν γυναικα .
Λουλουδια δεν της χαρησα , λογια γλυκα δεν ειπα ,
μα βυζαξα απ τον κορφο της κάθε κρυφη της γλυκα

Τη μεθυσα τη χορεψα την ποτισα φρεσκαδα .
Χωρις την τρελλα ματια μου σαπιζει η φρονιμαδα .

Από μικρος μπολιαστηκα με της ζωης το δεντρο ,
ενα παραξενο καρμπο , γλυκο μα ματωμενο.
Δυσκολο δρομο διαλεξα με ένα σταυρο παρεκει ,
να με προσμενει να διαβω μα ειπα «αλλον δεν εχει»

Και μεθυσα και χορεψα πισω δεμενα χερια
Μπροστα μου εΙδα την αβυσσο και το Θεο στ αστερια.


Σημ : Μελοποιημενοι στιχοι του ιδίου .
Δημιουργός: Κάλμπαρης Σπύρος(Άλιμος,ΑΤΤΙΚΉ)
Το Όνειρο



Αργά το βράδι ατένισα μια παλιά φωτογραφία
Και είδα το πρόσωπό Σου μέσα σε ορυχείο∙

Εγώ μόνο κοιμόμουνα
Μέσα στα χιλιάδες φεγγάρια
Στα εκατομμύρια φύλλα των βιβλίων Σου
Αποτύπωμα ενός αιώνιου ίσκιου
Χαρά μιας ζωής που δεν έζησα
Μέσα σε μιαν Οδύσσεια
Παρά μόνον ανασύροντας τις λέξεις Σου με τα μάτια ορθάνοιχτα
Κοιτάζοντας έκπληκτα του κόσμου τη γύμνια

Κι ήσουν Εσύ μ* ένα χιτώνα και δώρα
Φέροντας το μήνυμα της Αλήθειας
Που αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου.

Το ξέρω γιατί έζησες, αγάπησες, εργάστηκες και μόχθησες
Μέσα από ατέλειωτες ώρες
Ώσπου άνοιξες τις πόρτες μου με το δικό Σου τρόπο
Για να περάσει η Ιστορία με ευγενικά λόγια, με μια αντιξοότητα

Σήμερα έβγαλα από τη γη ένα Κεφάλαιο
Δεν το έστησα Τρόπαιο, Δεν το τελάλησα
Μόνο το πήρα μαζί μου κι έφυγα.

Σπύρος Κάλμπαρης
Δημιουργός: Κατσιάνου Βαρβάρα(Οινούσσες-Χίου)
Δεμένα φτερά

΄΄Σωτηρία θα πει να γλυτώσεις από όλους τους σωτήρες,αυτή είναι η ανώτερη λευτεριά η πιο αψηλή,όπου δεν μπορείς να αναπνευσεις,αντέχεις;΄΄

Μόνος σου κόψε τα δεσμά μεγάλη δύναμη ο νους.
Να στον μπλοκάρουν επί χρόνια μόχθησαν πολύ
μήπως εγνώριζαν κι αυτοί;Έτσι μεγάλωσαν μα εσύ,
κοίτα τριγύρω καθαρά τα νήματά σου εσύ κινείς!

Εσύ!Μόνο εσύ,άλλος κανείς!Ποτέ μην πεις!Είναι ντροπή!
Ποτέ να μην καταδεχθείς,πως άλλοι στην ζωή σου έφταιξαν,
άφησες σαν κύμα να σε πάρει η ζωή και συ αμέτοχος κοιτάς!
Πρώτος υπεύθυνος εσύ,δεν θες δικαιολογία και παρηγοριά.

Ναι,έτσι βάδισες,χωρίς να το ξέρεις ,όπως τα λέει ο ποιητής!
Σε καμαρώνω όσο ο καιρός περνά,αγωνιστή μου γνώριμε
με εύσημα σε ντύνω σου αξίζουν,γιατί τιμόνι κρατάς γερά
με ελεύθερη ψυχή τα δόντια σφίγγεις και τραβάς μπροστά!

Και λες ένα δόξα τω Θεώ !Μακριά από σένα οι σωτήρες.
Αυτοί είναι θηλειά,σφίγγει ασφυκτικά,παύεις να ανασαίνεις
και σου στερούν την λευτεριά,πισθάγκωνα σε δένουν!
Και να σου πάρουν την ψυχή σαν τα όρνια περιμένουν.


Δημιουργός: Καφφέ Μαρία(ΤΥΡΝΑΒΟΣ)
Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΕΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥ ΘΕΟΥ

ποιήμα αφιερωμένο στον ΝΙΚΟ ΚΑΖΑΝΤΑΚΗ




Μέσα σην σκλαβιά εγεννήθηκες του Τούρκικου ζυγού
μα σε ένδοξο νησί,ποτέ δεν φοβήθηκες ,παρα μόνο τον θεό,
και ας κυνηγήθηκες απο ανθρώπους και την Σύνοδο την Ιερά,
εσύ απλά τους ευχήθηκες με γοερή καρδιά να έχουν συνείδηση καθαρή
και θρήσκοι να είναι σαν εσένα σε ολάκερη τους την ζωή.
Σε σένα έλαχε απο την μοίρα σου μια σκαλιστή σκυτάλη
αυλακωμένη από νύχια που γαντζωθήκαν πάνω της με τόση λύσσα να μην τη ρίξουν άσκοπα,βαφτισμένη σε αίμα άγριο που δε βολεύεται σε φλέβα υποταγής λες και σταλμένη να σου πει, να μην αφήσεις πέταγμα να μην το προσπαθήσεις
και γέλιο αδαπάνητο ταξιδέυοντας απο άκρη σε άκρη.
Η” Οδύσσεια” σου μάγεψε όλο τον πλανήτη έγινες γνωστός
οσάν πολιτικός,οσάν συγγραφέας,οσάν μεταφραστής παντού εμάγεψες το πλήθος, μία άλλη κίρκη έπλασες και τραγουδούσες.
Έκαιγαν τα υπερήφανα δάχτυλα σου που γραπώνονταν ανυψωτικά
από την παθιασμένα κομψή ανατομία τους.
Εκλεπτυσμένα μυώδη, άπληστα πόδια, ακροβατούσαν αρμονικά
σε μια αποπλανητική διαισθητική εσοχή.
Υπερβατικά χέρια ρωμαλέας υποταγής.
Δαμαστές του Σύμπαντος.
Τα νοητά αιφνίδια κύματα δαγκώνουν τη ζεματιστή σάρκα τους.
Αφήνουν γλυκόπνοα αρώματα.
Ταξίδια ονειρικά στα έργα σου “ξανασταυρώθηκες σαν τον χριστό” άπειρες φορές.
Μόνο με πράξεις όχι με λόγια δίνουμε στις ζωές την αξία τους.
Και εσύ “Βίος και Πολιτεία” τα έργα σου ,ήσουν πάντα
ελεύθερο πνεύμα,δέν φοβήθηκες ποτέ,δεν ήλπιζες για τίποτα
γιατί ο θαραλλέος άνθρωπος υπερτερεί σε όλα
γιατί ήσουν μία καταιγίδα θάρρους και αλήθειας
μέσα στον κυκεώνα των χαλεπών μας καιρών.


Δημιουργός: Κουμπουρας Παναγιώτης(ΑΚΡΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑ)
ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ ΒΙΓΛΑΤΟΡΑΣ !

Πνέμα στα δάση των ψυχών κι αχός στου Νου τη μάχη ,
της Λευτεριάς βιγλάτορα , αιώνιε Καζαντζάκη !
Λεύτερος πάνω στο σταυρό στο δέος της αβύσσου ,
φεγγίζεις με το έργο σου στιγμές του Παραδείσου .
Στο ανηφόρι της ζωής , είπες του Ψηλορείτη :
Βράχε , ομιλείς μας για θεό … Κι εγιγαντώθη η Κρήτη .
Η Οδύσσεια του Έλληνα να σ’ έχει οδηγητή της ,
της μοίρας απροσκύνητος , της αντοχής γρανίτης .
Σαν Προμηθέας Λυόμενος τον Άνθρωπο λυτρώνεις ,
φόβου κι ελπίδας τα δεσμά ωσάν κερί τα λιώνεις .
Με το Χριστό σταυρώνεσαι , με το Ζορμπά πεθαίνεις ,
τον θάνατο έθαψες στη γη και τη ζωή ανασταίνεις .
Ονειροβάτης του άφταστου , του χρέους πυροβάτης ,
η οικουμένη εκκλησιά κι εσύ ο χοροστάτης .
Ψυχή και σώμα ναυαγοί , λειψό νερό σε ξέρα ,
μα , το ταξίδεμα του Νου μακριά τραβάει και πέρα …
Εσύσμιξες την αρετή και τη δικαιοσύνη ,
πολέμαρχος στων πόθων μας την απεραντοσύνη .
Το χτυποκάρδι σου αστραπή , ευθύνη ευτυχίας .
Και της Ελλάδας τα δεινά , πράξη αθανασίας .
Η ιστορία του λαού πλουταίνει με τη μνήμη .
Και του φτωχούλη το ψωμί θέλει αγάπης ζύμη .
Όρθιος πάνω στον γκρεμό , πώς φτερουγάει η ματιά σου ,
όντας η Αλήθεια κυνηγά χίμαιρες στ’ όνειρά σου .
Υψώνεις , ξύλινε σταυρέ , του κόσμου όλα τα πάθη ,
αγνάντι στον ορίζοντα , μες στου βυθού τα βάθη .
Τρόπος του βίου σου , η κραυγή σ’ όλη την Ανθρωπότη .
Οι ιδέες σου τρισεύγενες , για να θεριέψει η Νιότη !
Μέσα μας ψήλωσ’ ο ουρανός κι ο ασκητής κοσμάκης .
Της Λευτεριάς βιγλάτορας , ο Νίκος Καζαντζάκης !

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΜΠΟΥΡΑΣ – ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ
Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
« ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΕΙΑ 2017 » ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΑΘΗΝΑ 18 ΜΑΡΤΙΟΥ 2017


Δημιουργός: Κούρβας Παναγιώτης(ΑΘΗΝΑ-ΕΛΛΑΔΑ)
ΦΤΕΡΩΤΗ ΣΚΕΨΗ

Φτερωτή είσαι, της Κρήτης, σκέψη,
της διαύγειας των στοχασμών
και κάθαρσης συνειδητής. Υμνείς
της καρδιάς το φτεροκόπημα

τον γοργοπόδαρο έρωτα
θεόσταλτο άγγελο αποκαλείς,
με άλματα πύρινα. Αφορμές
για της Ασκητικής σου την καταδίκη.

Με αρίφνητες μάσκες, λες
αρμολογούνται οι νόμοι
και ρασοφόροι αφοριστές
απάρνηση του λόγου σου ζητούν.

Εσύ, αρμονικό οικοδόμημα
γερά κρατάς, ως ρόδο του ανέμου,
στο ανέλπιδο χάος του νου
στην βεβαιωμένη τ* ανθρώπου αρετή,

όπου σφοδροί, αντίθετοι αέρηδες
ξεσκεπάζονται, λάμπουνε ορατοί.
Τα Δεν της Ελπίδας και του Φόβου,
Λεύτερο σε συναντούν, εκεί.


Δημιουργός: Κουσπάρης Δημήτριος(ΧΑΝΙΑ)
Δημιουργός: Κρανίτη Ιωάννα(ΚΑΛΛΙΘΕΑ ΑΤΤΙΚΗΣ)

ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ

Εκείνες οι απλωμένες φτερούγες,
φεύγουν ή έρχονται;
Αγέρας σφύριξε,
ηχώ απρόσμενη
στης κεφαλής σου το βυθό.
Φεγγάρι τάχα σ' έκανε
ή λύπης σκοτεινιά
κι άρχισες πάλι να ρωτάς
και να γυρεύεις;
Είχες φωνή,
μα σιωπηλή κύλησε
η ζήση σου.
Έχεις φτερά
κι ορκίζεσαι
να μην τα χάσεις.
Ο όρκος σου αχρείαστος.
Παρ' τη σιωπή,
τα δυο φτερά
και να, το πέταγμά σου...
………………..

Δημιουργός: Κροτοπούλου Αικατερίνη (Ζάκυνθος)
Εκ Βαθέων

Αποφεύγω τα ‘ρηχά’ βιβλία. Μου αρκεί η πραγματικότητα τόσο ρηχή.
Αλλά αποφεύγω και τα πολύ μεγάλα.
Ίσως γιατί δεν θέλω να ‘χαθώ’ και μείνουν πίσω οι ανάγκες της ζωής.
Έτσι απ’ το ράφι τράβηξα βιβλίο μέτριας ράχης, παιδί μεγάλου συγγραφέα.
Τα ολόχρυσα γράμματα του τίτλου,υπόσχονταν χρυσά λόγια για τη ζωή ενός Φτωχούλη.

Έξι σελίδες του σταθήκαν αρκετές. Πρώτος και δεύτερος εγκέφαλος έγιναν άνω κάω.
Στομάχι και μυαλό δεθήκαν.
Πίσω στο ράφι ο ‘Φτωχός’, αταίριαστος πολύ με μένα.
Πέρασαν μήνες με δουλειές, βόλτες και απολαύσεις.

Κι ήρθε Μεγαλοβδόμαδο. Χρόνος πολύς ελεύθερος και πιάνω τον ‘Φτωχούλη’.
Ποτάμι του καλόγερου ο βίος κι η πολιτεία.
Με βρίσκει το ξημέρωμα να ‘κολυμπώ’ μαζί του.
Να κολυμπώ ή να πετώ;

Το διάβαζα αργά, μεστά και ήρθε Μέγα Σαββάτο.
Ξανά οι κόμποι κι η φυγή και μένει πριν το τέλος.
Όσο νηστεία και προσευχή, όσο πνεύμα του Πάθους, βαθιά σκαλίζαν την καρδιά,
του Κρητικού τα λόγια.
Μα όπως ο ίδιος έχει πει, σαν έρθει η καλοπέραση, ο άνθρωπος μικραίνει.

Είναι ωραίες οι ‘βουτιές’, αλλά θέλουν ‘νηστεία’. Νηστεία και πάθη.
Δημιουργός: Κυρμανίδου Καλλιόπη (Θεσσαλονίκη - Ρέθυμνο )
"Πρόσφυγες"


Είστε αηδόνια, χελιδόνια, σπουργίτια κι αετοί
Είστε περιστέρια, καναρίνια σκορπισμένα στη γη
Πίσω σας μια πατρίδα για πάντα αδειανή
Κι η επιστροφή σας μια ιδέα μακρινή
Κοιμάστε εδώ κι όμως ξυπνάτε εκεί
Στα σύνορα σκαρφαλωμένοι για μια καλύτερη ζωή
Τα φτερά σας ψάχνετε στη λάσπη την αυγή
Για να πετάξετε ξανά μακριά ως το πρωί
Για να πετάξετε ξανά ως την Ανατολή
Δημιουργός: Μαγδαλινός Ιωάννης(ΘΕΣ/ΝΙΚΗ - ΕΛΛΑΔΑ)
Χρυσή εποχή ( ποίημα )




Αγέρωχη ψυχή!

Ελπιδοφόρα νότα, η δυνατή σου γραφή
φάνηκε ένδοξε ποιητή απ΄ τα γραπτά τα πρώτα.
Πνεύμα ελεύθερο, υψηλό, καρδιά με ρωμιοσύνη.
Ήλιος είσαι το χάραμα και τις βραδιές σελήνη.

Την ζήση μας καθοδηγείς στου ονείρου το λιμάνι,
αξίες μας κληροδοτείς και η σήψη δε μας φτάνει.
Ψηλά στ΄ αστέρια μας κρατάς, θρέφεις ψυχή και πνεύμα,
τους λογισμούς σου μας κερνάς, παγκόσμιο έχεις ρεύμα.

Όλοι οι λαοί σ΄ επευφημούν, το έργο σου ατενίζουν,
στην πένα σου υποκλίνονται και τα όνειρα θροΐζουν.
Σαν φύλλα στον τρελό νοτιά της έμπνευσης χορεύουν.
Τα έργα σου εξαιρετικά, εμπνέουν και μαγεύουν.

Έλληνα εσύ με τη γραφή έγραψες ιστορία.
Άφησες μια χρυσή εποχή κι αθάνατα βιβλία!



Μαντινάδες



Νίκος Καζαντζάκης τ΄ όνομα του,
ατίθασο άτι η καρδιά του!


Ταξιδιάρικο καράβι η ψυχή του,
δώρο στον πολιτισμό η ύπαρξη του!


Του καταλόγησαν πολλά μα ήταν ανέκαθεν ψηλά
σαν Ψιλορείτης μαγικός και σαν περήφανος αητός!
Δημιουργός: Μαγκαφάς Αντώνιος (Ρόδος, Ελλάδα)
Υπέρ μνήμης

Νίκο,
Το χρέος μου το έκανα.
Έφτασα όπου έφτασα με έδαφος που πότισα ο ίδιος.
Εδώ στη θέα του αμφιθέατρου ακούγεται κάθε ψίθυρος.
Κλάμα μυστικό, αναφιλητό κι άηχη χαρμολύπη.
Κραδάζει και το μειδίαμα.
Είναι τ’ αφτί κοχύλι.
Κρατάω χώμα απ’ το βουνό που μετακίνησα,
Και μια αστραπή στο χέρι.
Πρόλαβα
Δίχως αλεξικέραυνο.
Δεν ήτανε για ‘μένα.
Γη κι Ουρανός κάνουν ωραία αντίθεση.
Στο κεφάλι άσπρα δάκρυα
Κυματίζει κι η πρόταση,
Με δέρμα ανθρώπινο φτιαγμένο το στιβάνι.
Ανθρώπους που θυσιάστηκαν για ‘μένα
Τους φορώ
Τα τελευταία λόγια που είπαν τραγουδώ,
Αυτά κάνω ποιήματα.
Κι εσένα.


Νίκο,
Πόθησα αρκετά.
Και πάλι το επιθυμητό δεν έγινε.
Μα για να τον υπερβώ,
Να υπερβώ τον πόθο.
Βρήκα το εισιτήριο για το ταξίδι της Ψυχής.
Δε ζητάω πλέον τον Έρωτα.
Είμαι ένας Τέτοιος.
Είμαι ο Έρωτας.
Στον γκρεμό πόνεσα καθώς ξαναφύτρωνα φτερά,
Καθώς αργά δεν ήτανε.

Νίκο, το χρέος μου το έκανα,
Αλλά ας κάνω κι άλλων.
Δε φοβάμαι. Δεν ελπίζω.
Εμπιστεύομαι.
Γιατί όταν λέω στους ανθρώπους Σ’ αγαπώ,

Ανθίζουν.
Δημιουργός: Μάντζιου Αγγέλα(ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ)
ΑΝΑΛΑΜΠΗ ΦΩΤΙΑΣ

Κάτω από δέντρα
Μπροστά στη θάλασσα
Σε είδαν
Είχες στα χέρια σου μελάνι και χαρτιά
Ο αέρας σου έφερε
Τη σκόνη της ερήμου
Και τα μυστήρια τα παλιά
Στη μέση στάθηκες
Ν’ ακούσεις των καιρών το βήμα
Οσμίστηκες και κοίταξες
Αφόβητος
Μες σε βαθύ πηγάδι σκοτεινό
Την άβυσσο
Με το λιγνό κορμί
Προσπέρασες
Την νύχτα
Ταξίδεψες μ’ αστροφεγγιά
Είδες αυτά που ήρθαν
Με λέξεις λαϊκές
Απάντησες
Στον κατακλυσμό
Του αρχιπελάγους
Με ναό αρχαίο
Μοιάζεις
Με σπίτι, με άλογο και μ’ αετό
Αναλαμπή φωτιάς
Στο φως του ασβέστη
Μια ηχώ.
Δημιουργός: Μάστορα Ευγενία(ΙΩΑΝΝΙΝΑ - ΕΛΛΑΔΑ)
Τίτλος: Η επιστροφή του Ζορμπά.

Με ποια δύναμη, ζητάς
να σου φωνάξω, άνθρωπε,
«ζήτω η ματαιότις»;
Προσκυνημένες ηδονές

και νόρμες απωθημένων
αγκάλιασαν σαρδόνια
την δικαίωση και γίνηκαν
κουβάρι ομίχλες οι αναμνήσεις.

Στο πλακόστρωτο καλντερίμι
ο σκουριασμένος φανός σου γνέφει.
Το τριμμένο ρούχο της νιότης σου
γλίστρησε στην αγκαλιά της λάσπης.

Μετάξι που σύρανε στα χώματα
τραχιές οπλές ορμητικών αλόγων
και έντυσε κορμί γυναίκας
χιλιοφιλημένο απ΄τους καιρούς.

Σβήσε το κερί και πλάγιασε
πάνω στης ανάσας το νανούρισμα.
Αύριο από τη μήτρα της λήθης
γυμνό βρέφος θα γεννηθεί ο κόσμος.


**Πηγή έμπνευσης υπήρξε το έργο «Βίος και Πολιτεία» του Αλέξη Ζορμπά.
Δημιουργός: Μπικάκη Ελένη(ΗΡΑΚΛΕΙΟ)
Κρήτη νησί τσι λεβεντιάς και λαμπερό αστεράκι,
γέννησες και ανάθρεψες το Μέγα Καζαντζάκη.

Το όνομά του αθάνατο θα μείνει στους αιώνες
και θα σκορπά λάμψη και φώς σαν χίλιους Παρθενώνες.

Μοιάζει η ζωή με αστραπή που ο Καζαντζάκης είπε,
μέσα σ* αυτή την αστραπή, όσα μπορέσεις ζήσε.

Δημιουργός: Μπίρης Γιάννης Α. (Νέα Σμύρνη - Ελλάδα)
ΖΩΗ

Το θέαμα είναι ένα τεντωμένο σχοινί
που μοιάζει να περιμένει τον άγνωστο ακροβάτη.
Αυτόν που θα φανεί από το χάος,
για να βαδίσει πάνω του, όσο περισσότερο μπορέσει
μαγεύοντας με την αρμονία της κίνησης
τον εκστασιασμένο θεατή του

Ισορροπώντας θα νομίσει ότι ζει.

Αμφίπλευρα ο έρωτας και ο θάνατος,
οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος,
της αγάπης και της λύτρωσης,
της ευτέλειας και της συναλλαγής,
πάνω ή κάτω από το σχοινί,
όπως το βλέπει ο καθένας…

Πέφτοντας θα νομίσει ότι πεθαίνει.

Επιστρέφοντας στο άπειρο,
η τροχιά της πτώσης του θα διαγράψει το χωροχρόνο
κι ο άνθρωπος θ’ αφήσει παρακαταθήκη στους επόμενους σχοινοβάτες
την αρμονία της κίνησης και την παρακμή του πεθαμένου του έρωτα
για να ξαναγυρίσει στη νομοτέλεια της σιωπής,
στη μελωδία του χάους…

Δημιουργός: Μπούκη Μαρία Σταματία (Ηράκλειο )
Μπαίνω στο αυτοκίνητο και οδηγώ.
Δέντρα σπίτια σκυλιά προσπερνιούνται και αφήνονται πίσω μου.
Μου τηλεφωνούν και μου λένε γύρνα πίσω θα κάνεις λάθος.
όχι
θα ζήσω

τρέχω στο δρόμο με το ραδιόφωνο να με αγκαλιάζει σε κάθε πάτημα του πεντάλ
Θα έρθω να σε βρω εκεί που είσαι όπου και να είσαι
Οι χάρτες μου φωνάζουν τις στροφές όταν τις βλέπουν
και συναντώ σε μικρά χωριά μικρούς ανθρώπους και ανθρώπους που έχουν φύγει άλλα βρίσκονται ακόμα εκεί

και περνάω από πόλεις και βρίσκω άδειους και ξύλινους ανθρωπάκους σκλαβωμένους να παλεύουν να ζήσουν μήπως όταν μεγαλώσουν βρούνε απαντήσεις και εντοπίσουν τον προορισμό των ονείρων τους

και φτάνω σε σένα
με περιμένεις στην πόρτα και τρέχω να σε ακουμπήσω να σε αγγίξω
να δω αν άλλαξες με τον καιρό
Και όχι είσαι το ίδιο υπέροχη με την αρχή όπως πάντα
όπως την περιέγραφαν όλοι
γαλήνια όμορφη ελευθερία
Δημιουργός: Μπύρου Μαρία(Καβάλα, Ελλάδα)
ΠΟΙΗΜΑ
ΑΦΗΡΗΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Πυξίδα θαλασσινή
έρωτες ατελείωτοι και καμμένοι.

Φως που ζεσταίνει την καρδιά
τις βραδιές της σιωπής.

Κενά πυκνά
υποχρεώσεις χρωματιστές και ξεχασμένες.

Γαλήνη που βαλσαμώνει το κορμί
της ιστορίας του πόνου.
Δημιουργός: Ναούμ Ζωή(ΑΘΗΝΑ - ΕΛΛΑΔΑ)
Μίλησε και για τον παράδεισο…

Μίλησε για τον άνθρωπο.
Για το ανάστημά του,
για τη δύναμη που κουβαλάει στην ψυχή
-κι ας μην το ξέρει-.

Μίλησε για το φόβο
και για τη λευτεριά
και για όλα τα σπουδαία
που η ζωή χαρίζει.

Και για την τρέλα.
Και για το θάρρος.
Και για την ομορφιά.
Για όλα μίλησε κι ακόμα δε φτάνουν.

Μίλησε και για τον παράδεισο
και για μια ευθύνη.
Αυτή που καθένας κουβαλά.

Το δικό του όνειρο
να φτιάχνει
και μέσα του να κατοικεί.

Δημιουργός: Νασιόπουλος Οδυσσέας (Τρίκαλα, Ελλάδα)
Τὸ χρέος τοῦ Καζαντάκη

Ἐρχόμαστε, εἶπε, κι ἔδειξε την ἀνατολή,
ἀπ* ἄβυσσο σκοτεινή· το μεσοδιάστημα
το εἶπαμε ζωή, σαν ἀστραπή,
μα προλαβαίνουμε,

Φτάσε, εἶπε, κι ἔδειξε τὸν δρόμο,
ὅ, τι δεν συνέβη στὸ μεταξύ, εἶναι ἐπειδή
δεν το πόθησες πολύ. Κι μη ρωτήσεις,
θα νικήσουμε; θα νικηθοῦμε; Πολέμα!

Τὸ πρῶτο χρέος, εἶπε, στην ράτσα,
εἶναι να νιώσεις ὅλους τοὺς προγόνους,
τὸ δεύτερο να φωτήσεις την ὁρμή στο ἔργο τους,
τὸ τρίτο την ὕστατη ἐντολή, ξεπέρασέ τους.

Ἀγάπα, εἶπε, και ἔδειξε το δέντρο στην αὐλή,
ἐγώ μονάχος, θα σώσω τον κόσμο, ἀν χαθεί ἐγώ φταίω.
Ἔτσι κοιτάζω τὸν θάνατο, και δεν ὑπογράφω.
Κι δεν τον ἄκουσε κανείς.

Μαζεύω, εἶπε, και σηκώθηκε βαρύ βήμα ψυχῆς,
ὅραση, ἀκοή, γέψη, ὅσφρηση, ἀφή, μυαλό, βράδιασέ πια,
τέλεψε το μεροκάματο ἄνθρωπος, γυρίζω πίσω στὸ χώμα.
Ὄχι δεν κουράστηκα, μα βασίλεψε ὁ ἤλιος μας.

Οδυσσέας Νασίοπουλος
Δημιουργός: Νίκη(Ηράκλειο Κρήτης )
Έργο μεγάλο πρόσφερε
Στην Κρήτη και στον κόσμο
Και έμεινε αιώνια
Στην μνήμη των ανθρώπων
Δημιουργός: Ντόντης Βασίλειος(Ιωάννινα-Ελλάδαι)
Βασίλειος Ντόντης

Εις μνήμην

Υψιπετής στην ταπεινότητά σου
ν* αγχωθείς ήθελες για όλο τον κόσμο Έλληνα μικρέ, Μεγάλε.
Χόρευες, πολυπόθητε, για αντίκρισμα με τα μεγάλα ταξίδια
και γύριζες γήινα, αέρινα και μυστικά.

Καπετάνιος και αντάρτης στο σώμα σου, το γυάλινο,
φιλούσες Ιούδες, μικρούς Χριστούς, φτωχούληδες,
υποκριτές φιλούσες, την κόλαση,
γυμνούς χορούς προσκύναγες, ένα στέρνο περήφανο, δυο χέρια σ* έκσταση.

Τους μύθους τους έγνεθες παρά τω θεώ και ανθρώπω
και έβαζες τις λέξεις να τρώει η μια την άλλη
σαν αδελφός τον αδελφό από παλιά,
δυο δρασκελιές απ* τον παράδεισο για μια μπουκιά συμφέρον.

Γκρέμιζες κι έβαζες την εικόνα σου στο κάδρο σαν του Σισύφου τη δουλειά.
Σχέδια ικέτευες απ* τον παλιό γραικό ζωγράφο και με τα γένια του να τρέχουν, τούτος χάραζε σε σχεδία εντός σου οράματα για του Βούδα την κοιλιά.
Σου χάριζε τη Μαγδαληνή, τους πειρασμούς να έχεις να πορεύεσαι.

Με τι ελπίδες να σε ξεπροβοδίσουμε, που όλες τις καβάλησες;
Ποιος φόβος ενορατικός να ελλοχεύει στο ασκητικό μας τίποτα;
Δεμένους αιώνια να μας φυγαδεύσει θέλουμε η ελευθερία σου,
Οδυσσέα της Κρήτης,να μας εκκλησιάζει και να αφορίζει αιώνια.
Δημιουργός: Ντούπη Σοφία(Ορεστιάδα-Έβρου)
Το πέρασμα...

Σαν από άβυσσο σκοτεινή έρχεται η ζωή...
Κι απ’ την στιγμή που ερχόμαστε, αρχίζει η επιστροφή.
Σ’ αυτή θα καταλήξουμε ήρωες ή δειλοί
έχοντας μόνο λάφυρο της μάνας το φιλί!

Κάθε στιγμή πεθαίνουμε κι ας ψάχνουμε για ελπίδα,
ορμές ζωής κι οράματα, είν΄ το μεσοδιάστημά μας.
Αθανασίας στοχασμοί η μόνη μας αχτίδα,
κάνοντας ύλη τη ζωή όλο το πέρασμά μας.

Τα αστέρια λάμπουν μες στο νου και γίνονται ιδέες!
Στιγμές υφαίνουν τον καιρό, τη θλίψη την χαρά σου.
Η αντρειά σαν ίλιγγος σε αντρικές παρέες,
γκρέμισες, έχτισες, στέριωσες το κάθε γύρισμά σου.

Κι εκεί που όλα τα θωρείς, τα γεύεσαι, τα αγγίζεις.
Κει που σε καίει η ανατολή, που σε πλανεύει η δύση.
Εκεί που οι άνθρωποι μοιάζουν να χωρούν, σε σύνορα που χωρίζεις,
σβήνει ξάφνου το πέρασμα, ως έχει... ή ως Ορίζει!

Και η γη δεν εκλονίζεται, ούτε ο ήλιος πέφτει.
Ούτε τα αστέρια χάνονται σαν σβήσει η θωριά σου,
ήρθες και έκανες πολλά ή έφυγες σαν τον κλέφτη...
μα όσα ξωπίσω άφησες, μετρούν το πέρασμά σου!

Δημιουργός: Νύκταρη Μαρία(Ρέθυμνο Κρήτης, Ελλάδα)

H συμβουλή

Προτού τα μάτια για πάντα να κλείσω,
μια συμβουλή θα σου δώσω, τρομαγμένο παιδί μου.
Ενός Κρητικού τη σοφία θ* αγγίξω,
οδηγό να την έχει η απαίδευτη ακόμα ψυχή σου.

Θεούς και σωτήρες μην ψάχνεις στα ξένα,
να σ΄ανοίξουν τις πόρτες, το δρόμο να δείξουν.
Με θαύμα κανένα, ούτε με τάμα,
συμφορές δε θα πάρουν, χαρές δε θα στείλουν.

Χρόνους πολλούς θα περιμένεις,
τον ύπνο θα χάνεις, η ψυχή σου θα λιώνει,
ώσπου και συ, σαν εμένα, αργά καταλάβεις
πως θεός και αφέντης, ο εαυτός σου μόνο σε σώνει.

Γι* αυτό κοίτα μ* ευθύνη και πάθος να ζήσεις
και με έργα μονάχα, μη μένεις στα λόγια.
Στης ζωής σου τις μάχες με θάρρος να πέφτεις,
μείνε λεύτερος άνθρωπος σε κάθε ανηφόρα.

Κι όταν πόνους και λύπες ξανά συναντήσεις,
από πάθη και λάθη ο κουρασμένος σου νους σα θολώνει,
να μη φοβάσαι, να μη λυγίζεις!
Θυμήσου: Μόνο έτσι –μ* αγώνες- ο άνθρωπος το πνεύμα εξυψώνει.
Δημιουργός: Ξέστερνος Ιωάννης(Αθήνα Ελλάδα)
Ο Αργάτης Σου

Σηκώνω το κεφάλι ψηλά.
Κοιτάω την Άβυσσο κατάματα,
όπως μου έμαθες, χωρίς φόβο και ελπίδα.
«Δεν μπορώ. Φοβάμαι…» κραυγάζω.

Λυγίζω…δεν είμαι σαν εσένα.
Το δοξάρι έσπασε.
Χωρίς καν να το παρατεντώσει ο Κύριος.
«Πόση γη να γυρίσω για βρω τον εαυτό μου;»

Δεν είμαι ούτε ο νιτσεϊκός σου υπεράνθρωπος
ούτε η μπερξονική σου ζωτική δύναμη.
Να γευτώ, μόνο ζήτησα, τους καρπούς της γης,
που με τα σπλάχνα μου καλλιέργησα.

Να βάλω στο στόμα μου ένα κομμάτι ψωμί
χωρίς σκοτούρες και έγνοιες. Γαλήνια.
Ασκητές πορευόμαστε χωρίς καμία βεβαιότητα.
Τόσο Χρέος σε μια σταγόνα ζωής, για μια σταγόνα ελευτερίας.

Δίψασα… κι από το κρασί τους δεν δοκίμασα
κι ας κοιμόμουν αργάτης στους αμπελώνες τους.
Γι* αυτό σε διαβάζω ακόμα διαπύρως.
Για να σώσω την ανθρωπιά μου.

Δημιουργός: Παπατόλη Νικολέττα(Αιγάλεω Αττικής-Ελλάδα)
ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

1.
Συ, σκλαβωμένε άνθρωπε, τον πλούτο που ζηλεύεις,
ψάξε στα μάτια των παιδιών, κι όσα ποθείς θα εύρεις.

2.
Ατένισε το πέλαγο, ρούφηξε την αλμύρα
και ζήσε κάθε σου λεπτό, σαν να ‘ρχεται πλημμύρα.

3.
Δεν είν' οι αναμνήσεις σου, πέτρες να τις πετάξεις,
σαν θησαυρό να τις κρατάς, βαθιά να τις φυλάξεις.
Δημιουργός: Πάττας Γιώργος(ΡΟΔΟΣ - ΕΛΛΑΔΑ)
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ – Όταν η Ελλάδα έχει έμπνευση

Ταλέντο, χάρισμα, πνοή, όριζε την ζωή σου
όλοι υποκλινόμαστε, στην Θεία έμπνευση σου,
χάρις στα τόσα γράμματα που άφησες εν τέλει
διαβάζοντας σε ο καθείς, σαν ήλιος ανατέλλει.

Χριστός ξανασταυρώνεται έγραψες το βιβλίο
δίλημμα ανθρωπότητας και της ψυχής ωδείο,
τους συγγραφείς και ποιητές που σε παραδεχθήκαν
κανείς τους δεν εμπόρεσε, τον τρόπο σου δεν βρήκαν.

Απίστευτα, μοναδικά τα έργα που’χεις δώσει
τεράστια ώθηση στην Γη, ακόμη κι άλλη τόση,
στους συγγραφείς που ζήλεψαν τον τρόπο της γραφής σου
φόρο τιμής στην μνήμη σου, είναι η θύμηση σου.

Οδύσσεια, Αναγέννηση, Ζορμπάς λίγα απ’τα κορυφαία
που άφησες κληρονομιά, εις τον καταγραφέα
ο πιο μεγάλος είσαι συ από τους λογοτέχνες
της συγγραφής ο πιο καλός, απ’τους δεξιοτέχνες.

Δεν ήλπιζες σε τίποτα, ποτέ σου δεν φοβήθεις
της εποχής σου σίγουρα, πολύ επροηγήθεις,
το Νόμπελ δεν εχάρηκες ποτέ σου να σου δώσουν
μα τον δικό μας θαυμασμό, θα σου τον παραδώσουν.









Δημιουργός: Παυλίδη Αλεξάνδρα(Αθήνα-Ελλάδα)
Ποίημα


Ο Βράχος



Την πέτρα και τον βράχο
λαξεύει ο Ανατολικός
πολύτροπα και αέναα,
δίνει καρδιά και νού.

Πού είναι το θυμιατήρι σου,
να αγιάσει το αγιάζι.
Πού ειναι εκείνο το δίκοπο,
που ζύγισε τους νόμους.


Σε μια κλεψύδρα απο μάρμαρο,
κυλίσανε μαζί, κόκκοι αλάτι και άμμος ερήμου.
Στο Μίτο χάντρες γίνανε, στο κομπολόι του Ηρακλή Κουρήτα.

Φτερό η σκέψη αιωρήθηκε και πέταξε τριγύρω,
έκανε κύκλο πιάστηκε, στα χείλη, στο καλέμι.
Και αν την αλήθεια του χαιρέτησα, ακόμα με τρομάζει..
Δημιουργός: Πέτρου Σταύρος Ξ.(Λεμεσός, Κύπρος)
ΑΠΟΡΙΑ

Και τι, αυτό είναι;

Άνθρωποι λυπημένοι, ταλαιπωρημένοι
να κλαίνε μόνοι τους;

O καθένας μόνος του
ο καθένας στο σπίτι του
ο καθένας στο κρεβάτι του
ο καθένας στο μαξιλάρι του

ο καθένας μέσα στα δάκρια του;

Αποκλείετε
Κάτι πάει λάθος
Δεν είναι δυνατόν να είναι αυτή η ζωή
Δεν αρμόζει – δεν αξίζει!
Δημιουργός: Πιέρης Λεωνίδας(ΛΕΥΚΩΣΙΑ-ΚΥΠΡΟΣ)
Του ουρανού τις γέφυρες, τση θάλασσας τις ράγες,
σαν τις ενώσεις με τον νουν, κάμνουν πλατιές τις στράτες.


Τράβα κουπί να ξανοιχτείς, σε θάλασσες και όρη,
όσα δεν λένε τα γραφτά, στα λέει το βαπόρι.


Θάλασσα φτιάξε κύματα και ουρανέ νεφέλη,
τση γνώσης ξύπνα το θεριό, να τρέξει σ* άλλα μέρη.

Δημιουργός: Πισκοπάκη Αργυρώ(ΕΛΛΑΔΑ)
Στην Κρήτη αντηχούνε
σαντούρια ανήσυχα
και κάνουν τις ψυχές
να μην πονάνε πια.

Στην Κρήτη οι μπαρμπάδες
γλεντάνε τραγουδάνε
και πίνουν την ζωή
σαν κλέφτικο κρασί.

Σκλαβιά εκεί δεν ζει
ούτε καρποφορεί
μόνο η λεφτεριά
πάντα καρδιοχτυπά.

Ζώα πουλλιά και δέντρα
άστρα στον ουρανό
δείχνουν χωρίς καημό
στον τόπο τούτο εδώ.

Στενάζω όταν βλέπω
της Κρήτης τα βουνά
γιατί αυτά θυμίζουν
να ζω αληθινά
Δημιουργός: Πορφυρίου Αριάδνη(AΘΗΝΑ)
ΣΧΕΔΟΝ ΔΥΣΣΕΑΣ

Πάντα ερχόσουν μέσα στις σκιές
Κι έλαμπε το σκοτάδι σου με πόνο.
Πικρός που ήσουν….
Σχεδόν Δυσσέας.
«Καί μευ κλέος οὐρανὸν ἵκει»
Πάλευες τέρατα, θεούς, αντάρες
Κατάμονος Φήμιος
Κι Αυτοί δεν ησύχαζαν.
«Αθηνά, ποτέ δε σ* είχα ανάγκη
Για ξελάσπωμα.
Ημουν λευτερος»
Ήσουν…..
Ακόμη κι απέναντι
Στη μανία του Ποσειδώνα.
Δημιουργός: Σαββοπούλου Αλεξάνδρα(Γύθειο)
«Η Κραυγή Του Ποιητή»

Τα πόδια μου κράζουν.
Να ξεφύγουν απ΄το άγνωστο.

Τα χέρια μου κράζουν.
Να μερέψουν το αλλότριο.

Το κεφάλι μου κράζει.
Να χωρέσει το άπειρο.

Τα μάτια μου κράζουν.
Ν΄αναγνώσουν το σκοτεινό.

Το στόμα μου κράζει.
Να τιθασεύσει το ανείπωτο.

Όλο μου το Είναι κράζει.
Μα κανείς δεν ακούει.

Το σύμπαν σύσσωμο φυγαδεύται ξανά στη χώρα του Πιθανού.

Το ίδιο Αβέβαιο.

Το ίδιο Ρημαγμένο.

Το ίδιο Ανελέητο.

Όπως τότε.
Που το πρωταντίκρυσα.

Σα σε ρωγμής πολύχρωμο νεφέλωμα.

{Το ποίημα γράφτηκε με αφορμή & επίκεντρο το σπουδαίο έργο του αγαπημένου μου, Νίκου Καζαντζάκη. «Αλάκερη η ψυχή μου μια κραυγή κι όλο μου το έργο, το σχόλιο στην Κραυγή αυτή». Νίκος Καζαντζάκης}
Δημιουργός: Σακαλή Στέλλα(Χανιά )
Ο έρωτας γυμνός κι αδιάφορος
Φαντάζει να είναι ο μόνος φίλος
Βαθιά κι αιώνια η θάλασσα
Ένας ήχος βουβός ξεσπάει στο βάθος
Ο δρόμος είναι πάλι ήσυχος
Ένας λεπτός παφλασμός χαϊδεύει τα αυτιά
Ένα μαύρο ποδήλατο αστράφτει στον ήλιο
Πλακάκια από φως μέσα σε αφρούς
Πετούμενα μαύρα πουλιά πάνω από το Σταυρό
Μια ενοχλητική φωνή δίνει χαιρετισμούς
Η κυρία του κυρίου° αμήν!
Μια σάπια πόλη ρίχνει τα λύματά της
στα γαλανά νερά του Αιγαίου

Πότε και Πού; Σε περιμένω.
Δημιουργός: Σίλα Ηρακλειώτισσα(Ελλάδα)
ΧΡΕΟΣ
Μικρό παιδί π` ακροπατεί ευκή καρδιάς να πάρει
να δώσει απόσταγμα ψυχής, περίσσευμα αγάπης
το μερτικό, το χάρισμα, κληρονομιά και τάμα
στα χνάρια τ` ανεξίτηλα του χρόνου την αλήθεια
βαρύ το χρέος δάσκαλε, παππού, ορμηνιάς πατέρα
στο αετίσιο πέταγμα, αντιφέγγισμα αγάπης
χελιδονιού ο στεναγμός, περιστεριού το δάκρυ
η πεθυμιά και τ` όνειρο για ένα δίκαιο κόσμο
να λευτερώσει όσα κρατεί ανέγγιχτα στα σπλάχνα
όταν σκαλίζει την ψυχή στο φως ν` αποκαλύψει
τ` απόκρυφα κι αγέννητα, τ` ασίγαστο το πάθος
τον προαιώνιο σπαραγμό, τον τρόμο του θανάτου
με πλουμισμένα, ξομπλιαστά, λόγια ν` ανιστορήσει
απ` την αστείρευτη πηγή του νου, του λέξη-πλέκτη
δημιουργίας σμίξιμο, ψυχής, ζωής ο έρωτας
σπόρος και σάρκα να τραφεί, ν` αναστηθεί ν` ανθίσει
αθανασίας ο καρπός, το τέλος του θανάτου.
Μιαν αστραπή η ζωή μα φτάνει, ειν` η κραυγή
να πιούμε το αθάνατο δροσιό νερό του έρωτα
αγωνιστή της λευτεριάς και της ψυχής μπροστάρη...
Δημιουργός: Σταμπολιάδης Φοίβος(ΒΟΥΛΑ ΑΘΗΝΑ)
Από την Κρήτη στην “Ιθάκη”


Πόσες φορές κιντύνεψα να χάσω την πορεία,
Πλοίο που δεν ναυάγησε στο δρόμο απ’ την Τροία.
Βουνά οι θάλασσες πολλές, μ΄ένα μικρό πανάκι,
Διέσχισα τα πέλαγα με πλώρη στην Ιθάκη.

Η Κίρκη μ΄εξαγόρασε με πλούτη και με κάλλη,
Χρόνια πολλά εχόρτασα της ηδονής τη ζάλη.
Το Γίγαντα ετύφλωσα μ΄ένα πανούργο τρόπο,
Κι απ΄τις Σειρήνες πέρασα χωρίς μεγάλο κόπο.

Η πείνα μου δοκίμασε της αντοχής τα όρια,
Και τα κουπιά των καραβιών εγίνηκαν πελώρια.
Σαν το Θησέα πάλεψα με δίμορφα θηρία,
Μα απ’ τη ζωή απέκτησα μεγάλη καρτερία.

Θεούς είχα στο πλάι μου, την Ήρα και το Δία,
Η προσευχή ήταν φορές μεγάλη πανοπλία.
Τα κόκκαλά μου σκέβρωσαν, κατάντησα θηρίο,
Σκουριάζει η καρδούλα μου, ναυαγισμένο πλοίο.

Γλυκιάς πατρίδας η αγκαλιά, ανίκητη θα μένει,
Και σαν παιδί στην μάνα του να τρέξει περιμένει.
Κι έχω έναν πόθο στην ψυχή που χρώμα δεν αλλάζει,
Ο ήλιος και η θάλασσα ποτέ δεν ξεθωριάζει.
Δημιουργός: Τζουγκαράκης Νίκος(ΧΑΝΙΑ ΕΛΛΑΔΑ)
ΚΡΗΤΗ ΜΟΥ ΛΕΒΕΝΤΟΧΑΡΗ ΜΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΣΟΥ ΠΟΥ ΨΕΛΝΟΥΝΕ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΤΑ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ ΣΟΥ

ΣΑΝ ΣΕ ΠΑΤΗΣΑΝ ΟΙ ΟΧΤΡΟΙ ΔΕΝ ΕΣΚΥΨΕΣ ΚΕΦΑΛΙ ΚΑΙ ΟΣΟΙ ΑΝ ΕΡΘΟΥΝ ΣΤΕΝΑΓΜΟΙ ΘΑ ΤΟΥΣ ΕΔΙΩΞΕΙΣ ΠΑΛΙ

ΧΑΝΙΑ ΣΗΤΕΙΑ ΡΕΘΥΜΝΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΑΙ.ΝΙΚΟΛΑ ΑΝ ΕΓΕΝΗΘΗΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΤΟΤΕ ΤΑ ΕΧΕΙΣ ΟΛΑ

ΠΑΝΤΟΤΕ ΚΡΗΤΗ ΕΒΓΑΖΕΣ ΛΕΒΕΝΤΕΣ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ ΚΑΙ ΚΟΠΕΛΙΕΣ ΠΟΥ ΧΑΙΡΟΝΤΑΙ ΝΑ ΤΣΗ ΘΩΡΟΥΝ ΤΑ ΜΑΘΙΑ

ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΣΟΥ ΚΡΗΤΗ ΜΟΥ Ο ΝΟΥΣ ΜΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΚΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΣΟΥ ΠΑΝΤΑ Η ΨΥΧΗ ΜΕΡΕΥΕΙ

ΜΕ ΤΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΣΗ ΚΑΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ ΣΟΥ ΑΝΤΑΜΑ ΠΟΤΕ ΚΑΚΟ ΝΑ ΜΗ ΣΕ ΒΡΕΙ ΣΤΗ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΡΗΤΗ ΘΑ ΚΑΜΩ ΤΑΜΑ
Δημιουργός: Τζώρτζης Βασίλειος(αθηνα)
Διαβαζω Ερωτόκριτο αυγή και κάθε βράδυ
Ταξίδια κάνω κατα γής για ένα σου σημάδι
Δημιουργός: Τζώρτζης Βασίλειος(αθηνα)
Θα φτάσω εκεί που με προστάζουν οι καιροί
Σε ανατολή και δύση ταξίδια κυνηγώ
Του ανθρώπου την χαρά και το σαράκι
Να το κατανοήσω νέους ορίζοντες να ορίσω

Κάποιοι με λένε αιρετικό μα πάντα συνεχίζω
Της τόπου τα καμώματα να τα φιλοσοφήσω
Ρωσία ταξίδια του καιρού τα χρόνια να θερήσω
Κάτω απο μπόρα και βροχή ψυχή να ξαναχτίσω

Ασκητική να κάμω χωρίς μάταιες ανταρσίες
Χώμα να ρέει στο μυαλό και αίμα στις ουσίες
Αγώνα κάνω διαρκή ενάντια στη λήθη
Σαν νιώθω ελεύθερος να πολεμώ να διαφυλάξω μνήμη

Εκείνοι που με χλεύαζαν την ξέρουν την αλήθεια
Αξία θα πάρουν τα γραπτά σαν έπεται κηδεία
Κι αν με χωρίζουν δρόμοι και βουνά και οι όμορφοι λιγοστεύουν
Διάβαζε Ερωτόκριτο και θα σε συντροφεύουν
Δημιουργός: Τούλιος Δημήτρης(Πάτρα-Ελλάδα)
Ένας χορός για τον Καζαντζάκη

Στον ίσκιο του Ζορμπά που άτσαλα χορεύει,
εκείνος στέναξε,
σαν ένιωσε δροσιά και ήπιε τη σταλιά
που τ’ έσταξε.

Σε μιαν ασκητική που αδύνατα γυρεύει,
βαφτίστηκε.
Γιατί μες στη φωτιά απ’ το βαθύ νερό
ραντίστηκε .

Του φόβου το κλουβί που ελπίδα δεν παρέχει,
παράτησε.
Αφού παρηγοριά μονάχα στα γραπτά
απάντησε.

Στης Κρήτης τα βουνά όπου ο ήλιος καίει,
το πυρ εντύθηκε.
Μα επήγε δυτικά σε μέρη σκιερά
…κοιμήθηκε.




Δημιουργός: Τραχαλάκη Δέσποινα(ΧΑΝΙΑ ΕΛΛΑΔΑ)
Τίτλος: Πένα οδηγήτρα


Κάποτε φτιάχτηκε μια πένα
που μίλαγε παντού για λευτεριά
φύτρωνε σπόρους σε χρόνια γυμνωμένα
έδινε λάμψη σε άφωτα κεριά.

Κάποτε φτιάχτηκε ένας ήλιος
που φώτιζε της Κρήτης τα πελάγη.
Τέχνη! ο δικός του ο τόπος ο ευήλιος
μέσα της λιώνανε τ’ αφορισμού οι πάγοι.

Πένα με μαγικό μελάνι, πένα οδηγήτρα,
γέμισες σελίδες με του έρωτα τον πόνο.
Γέννησε λέξεις η καρπερή σου μήτρα
Πένα άφθαρτη στον φθόνο και στον χρόνο.

Κάποτε φτιάχτηκε μια πένα
που παίνευε του ταξιδιού τη γνώση
έλυνε σύνορα και όνειρα δεμένα
είχε ιδέες μεγάλες να λευτερώσει.

Κάποτε φτιάχτηκε ένα αστέρι
που μίλαγε για τον δικό του τον Θεό
η πίστη του έμοιαζε με δυνατό αγέρι
ξερίζωνε θρόνους σ’ ένα κόσμο γηραιό.
Δημιουργός: Τριανταφυλλίδου Μελίνα(ΘΕΣ/ΝΙΚΗ)
Ποίηση


Νίκος Καζαντζάκης



Εικοσιέξι Οκτωβρίου του 1957 η Ελλάδα έγινε φτωχή
γιατί μας άφησες εσύ, πένα που τέρπει την ψυχή!
Αθάνατος πάντα θα ζεις, πολυσχιδής και οξυδερκής.
Τα έργα σου πίσω θησαυρός, ατόφιος πνεύματος χρυσός!

Ταξίδεψες σ΄ όλη τη γη με ανυπότακτη ψυχή
να εμπλουτίσεις τη γραφή που τόσο λάτρεψες εσύ.
Λακωνικά στοχαστικός, φιλόσοφος, πολιτικός,
τρανός της Κρήτης ποιητής και συγγραφέας της ζωής.

Δημοσιογράφος εκλεκτός, δεινός ονειροπόλος,
τ΄ άστρα για ΄σε γινήκανε του ταξιδιού σου στόλος.
Στα ουράνια σ΄ ανέβασαν και η πένα σου μας θρέφει.
Σαν αγιασμός λυτρωτικός η Θεία Χάρη πέφτει.

Ιδεολόγος ξακουστός στα πέρατα της γης,
έγινες οικουμενικός, πυξίδα της ψυχής!
Και όσο κι αν διαβάστηκες ποτέ δεν εξαντλήσαι.
Μέσα από τη γραφή σου ζεις, λεύτερος πάντα είσαι!

Στεφανωμένος Έλληνας, του λόγου στυλοβάτης,
των υψηλών ιδανικών πνευματικός προστάτης!
Άφησες έργο πίσω σου με ύψιστη αξία.
Με τη χρυσή σου τη γραφή κοσμείς την ιστορία!





Μαντινάδες


Της Κρήτης συ σταυραϊτέ, του λόγου γητευτής
έσπειρες τον πολιτισμό στα πέρατα της γης!



Αιώνιο και αθάνατο το έργο σου θα μείνει,
κληρονομιά μας ακριβή και φάρος που δε σβήνει!



Γενναία, λεύτερη ψυχή και πνεύμα φωτισμένο
ανύψωσες την ζήση μας με έργο δοξασμένο!
Δημιουργός: Τσακιρίδη Θεοδώρα(Λάρισα - Ελλάδα)
Ο μαχητής της Κρήτης
Τους κόπους της αναζήτησής σου
έκανες κτήμα πανανθρώπινο
και ψάχνοντας στο μάταιο ελπίδα
έδωσες μια αξία στη ζωή.

Οι λέξεις σου μετρημένες, περιεκτικές
μέσα από τα υπόγεια της ψυχής σου
τον πόνο των απλών ανθρώπων ιστορούν
αυτών που πάντα τόσο θαύμαζες.

Έσπειρες λόγια και ιδέες
και φύτρωσαν πανανθρώπινα ιδανικά
αφού εσύ ο ίδιος έβαλες σκοπό
μονάχος σου τον κόσμο να σώσεις.

Και μέσα σε αυτή την αστραπή
τη σοφία του κόσμου ζητώντας
κραύγασες και σε όλη την Κρήτη
αντηχεί: Πολέμα!
Δημιουργός: Τσακιρίδου Κυριακή(ΕΛΛΑΔΑ)
Η ΚΡΑΥΓΗ

Σε κύματα ξεσπά η ζωή , σε κλάματα λυγμούς οδύνη ,σε γέλιο έρωτα παραφροσύνη
αντρειεύει η ψυχή και σάλτα φτιάχνει, στον ουρανό ψηλά πηδάει να βρει λημέρι
τα όνειρα που λαχταρά να ζήσει υψώνει απόχη να τα αρπάξει
ποιο να ναι αυτό που χάρισε πνοή σε τούτη την εφήμερη σάρκα αυτή που σβήνει μαραίνεται έως ότου να χαθεί

Μα τούτη είναι η νοσταλγία της για τα γήινα που γυρεύει το διάβα της το κάλεσμα του
προστάζει η φύση της να πλαγιάσει στο χώμα του
τις ρίζες της θρέφει στης γης τα έγκατα να φτάσουν
εκεί μαζί του θε να μείνει καρπούς η αγάπη τους να φέρει και μες στο σύμπαν τους ζωή από ζωή να φτιάξουν

Στενά τα όρια τούτης της σκέψης
κλείνουν στους τοίχους της τα αγρίμι του ανθρώπου
αυτό είναι που λυσσομανά βράδια ατελείωτα ίδια στα διπλά κρεβάτια
φλέγεται μαρτύριο είναι η απογοήτευση του στους τόσο γνώριμους και ίδιους δρόμους που έπλασε τον στέρεο κόσμο του να φτιάξει

Αδυσώπητη η σκέψη ,ακατανίκητη η επιθυμία και ο νους πάντα θα ελπίζει
το αδάμαστο το απάτητο το ανέφικτο
υφαίνει τη δυστυχία του που δεν το κάτεχε
και πόσο θα αγαλλίαζε στο άγγιγμα του

Μοιάζει ελεύθερος αυτός που την βάρκα του στα κύματα άφησε να πλέει
και πότε πάνω πότε κάτω η κραυγή του τον οδήγησε
τραγούδια και χορούς τον ανήφορο του στόλιζε
μα πίσω στον κατήφορο την καρδία του γύρευε να ζεστάνει

εμπνευσμένο από την Ασκητική απόσπασμα << Τρίτο Χρέος >>
Δημιουργός: Τσάτσου Ερμίνα(ΧΙΟΣ)
Πατέρας - Πόλεμος

Όταν γεννήθηκες, είπαν μην κλαις,
όταν μίλησες, ζήτησαν να σωπάσεις,
όταν κατάλαβες, ευχήθηκαν να μην προσέξεις,
όταν απαίτησες, απόρησαν για σου το θράσος.

Όταν γεννήθηκες, σ* έμαθαν να ψυχραιμείς,
όταν μίλησες, σου γνώρισαν το λόγο,
όταν κατάλαβες, σου εξήγησαν μιαν αλήθεια,
όταν απαίτησες, σου έδωσαν ως τα όριζαν.

όταν αγάπησες, σου σύστησαν καρτερία,
όταν πόνεσες, σου έδειξαν τί συμπόνοια,
Όταν αγάπησες, σου μίλησαν για ειρήνη,
Όταν πόνεσες, η λύση ήταν το μίσος.
Δημιουργός: Τσέλος Μπάμπης(ΛΑΜΙΑ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ)

Μαντινάδες για το Νίκο Καζαντζάκη

Είσαι του κόσμου ο κουζολός με μαλγινό σαντούρι
της γης απόσταγμα, ρακί και κρητικό τσεκούρι.

Μου έμαθες το πως να ζω και πως για να πεθάνω
Μου ’μαθες ν’ ανασταίνομαι στη σταύρωσή μου επάνω.

Να φθάνω όπου δε μπορώ, να παίρνω ανηφόρα
νέος να είμαι λεύθερος, να μη φοβάμαι μπόρα.

Δημιουργός: Φουρναράκη Ευρυδίκη-Αντωνία (Ηράκλειο Κρήτης, Ελλάδα)
Μάχη στην ψυχή*

Γυναίκα είναι η πατρίδα,
μάνα συγχρόνως και ερωμένη.
Θέλει αφοσίωση, φροντίδα.
Αγάπη κι έρωτα άλλον δεν σηκώνει.

Μάχη σκληρή μες στην ψυχή του αγωνιστή.
Με αίμα ζητά η φωτιά να πληρωθεί.
Ακόμα κι αν η πατρίδα ελευθερωθεί,
της γυναίκας την πληγή δεν θα αποχωριστεί.

Στο πάθος στρέφει το μαχαίρι,
στα στήθη που ήταν για αυτόν ζωή.
Τα μάτια που σφάλισε το χέρι,
μέσα της πάντα η καρδιά θα κρατεί.



*εμπνευσμένο από τον Καπετάν Μιχάλη του Νίκου Καζαντζάκη

Δημιουργός: Χιώτη Μαρία(ΥΔΡΑ)
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ...?
ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΜΗΠΩΣ ΧΑΘΗΚΕ ΣΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗΝ ΑΣΧΗΜΙΑ
ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙΤΗΝ ΨΥΧΡΗ ΡΟΥΤΙΝΑ...
ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΨΥΧΡΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΔΕ ΔΙΝΟΥΝ ΜΟΝΟ ΠΕΡΝΟΥΝ
ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΣΚΟΠΟ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΝΑ ΓΥΡΕΥΟΥΝ

ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΦΘΗΡΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΕΣ
ΚΑΙ ΣΤΟ ΒΥΘΟ ΒΥΘΙΖΝΤΑΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΟΙ ΟΥΣΙΕΣ
ΣΑ ΝΑ ΜΗ ΠΑΡΘΗΚΑΝ ΠΟΤΕ ΑΓΚΑΛΕΣ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ,
ΠΩΣ ΑΙΩΝΙΑ ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΣΤΝ ΚΟΣΜΟ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΓΑΠΗ ΘΑ ΖΗΤΩ ΕΓΩ ΚΑΙ ΘΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΩ
ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΛΑΒΑ ΑΓΑΠΗ ΘΑ ΠΡΟΣΜΕΝΩ
ΠΑΝΤΟΤΙΝΗ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΤΗ ΣΕ ΟΛΑ ΜΟΥ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΘΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΙΩΝΙΑ..

Δημιουργός: Χριστιανα(Ηρακλειο Κρητης)
Τη γλύκα που*χει ο νοτιάς
Βορρά δεν την κατέχεις
τον ήλιο που τον ακουμπά
εσύ δεν τον αντέχεις
Στην παρακάτω φόρμα θα μπορείτε να επικοινωνήσετε
για κάποια απορία ή σχόλιο σχετικά με το διαγωνισμό

Όνομα:
Email: ***
Κείμενο:

Εναλλακτικά μπορείτε να μας στείλετε email στη διεύθυνση: